seesea

ένα ιλιγγιώδες κυνικο-τρυφερό βήμα πριν από το χάος

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2006

Η Αγάπη πίσω απ' τα σύννεφα


Παίρνει, που λες, ο Φυσικός την Ποίηση ανγκαζέ, και πάνε βόλτα - μήπως και πετύχουν πουθενά την Αρμονία. Ο Φυσικός φέρνει μαζί του τα κβάντα, τους κώδικες,τα σέα και τα μέα του - ενώ η Ποίηση καταφτάνει αεράτη με άδεια χέρια κι ένα εμπριμέ φουστανάκι... Κάτι λέξεις-κουρελάκια έχει στην τσέπη και πότε συννεφιάζει, πότε χαμογελάει ξένιαστη θαυμάζοντας˙ τις φωτοσκιάσεις των απαθών δέντρων και τον αέναο φλοίσβο των αλλεπάλληλων κυμάτων˙ τα θαύματα και τα τραύματα που δεν φαίνονται.
Το δέντρο είναι απαθές, να εξηγήσουμε, γιατί χαρίζει τη σκιά του - το ίδιο στον κουρασμένο στρατοκόπο, όσο και στον ξυλοκόπο που ετοιμάζεται να το κόψει.
Ένα ωραίο έχει γράψει επ' αυτού ο Σωτήρης Τ. στο (εξαντλημένο) βιβλιαράκι του Ρήσεις εκΡήξεων:

Τα δέντρα είναι οι μεγαλύτεροι Δάσκαλοι, γιατί σιωπούν και ακινητούν.
Διδάσκουν παραδειγματικά την μυστηριωδη Ελεήμονα Αδιαφορία που διέπει το Σύμπαν.
Δεν αρνούνται τη σκιά τους, ακόμα και στον υλοτόμο που ετοιμάζεται να τα κόψει.

Τι είδαν και τι θαύμασαν ο Φυσικός και η Ποίηση, είναι άπειρα όπως φανταζόμαστε. Αν τους έχει πετύχει κάποιος από σας, μπορεί να μας εξιστορήσει...
Και, φυσικά, αν και υπό ποίες συνθήκες, συνάντησαν την Αρμονία!

Κι ας έχει προχωρήσει το σκουλήκι πιο βαθιά απ' το τραύμα,
Όμορφο που είναι το κεράσι - και πώς ζει!

Την επιθυμία αγαπώ περισσότερο απ' την αμφιβολία. Γι' αυτό.

Δευτέρα, Ιουνίου 26, 2006

Aπο-σκευή


Κάθε απόγευμα μετά τη δύση με σκυμμένο
κεφάλι παίρνω και πάλι την πικρή απόφαση
να θάψω πια τους ποιητές μου και να μην
περιφέρω άλλο τα άγια τοις κυσί.
Αυτοί δεν αντιστέκονται καθόλου και μάλιστα
τη νύχτα μοιάζουν ανύπαρκτοι - ούτε που
αναμιγνύονται στο μυστικό ταξίδι του ύπνου.

Την άλλη μέρα - κι ακόμα με τη μυρωδιά
του ονείρου στα μαλλιά - τυφλή κουφή
κι ανυπεράσπιστη με παίρνουνε οι ποιητές
απ' το χέρι και σιωπηλοί με βγάζουν βόλτα
στη ζούγκλα - να 'τοιμαστούμε πάλι
για τη νυχτερινή δολοφονία τους.

Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006

Άνθρακες και θησαυρός


Όλα είναι σωστά, λογικά και αληθινά.
Τι ζητάει απ' τους άλλους αυτός που δεν μπορεί ν' αγαπήσει; Ν' αγαπήσει, όχι ν' αγαπηθεί - προϋποθέτει ενεργητική συμμετοχή.
Στην Ιταλία χιόνισε χθες, 23 Ιουνίου˙ στη Ρουμανία πνίγηκαν 9 άνθρωποι απ' τις πλημμύρες˙ στη Γαλλία φοβούνται πάλι τον καινούργιο καύσωνα (το 2003 είχε αφήσει 15.000 νεκρούς˙ τις προάλλες έριξε χαλάζι στη Μακεδονία˙ η ξηρασία πλήττει την Αφρική˙ (την Ασία, πάλι, μονίμως οι Αμερικάνοι - άλλο θέμα).

Μικρούλη, πάντα νικάει ο πιο δυνατός... κάποιες παλιές αμαρτίες θα κουβαλάς...
Κάτσε κοντά στην πόρτα για να φύγεις πρώτος, ξέρεις...
Μερικοί το αποδίδουν και στον καιρό - τι να πω...

Γράφει στην Βραδύτητα ο Μίλαν Κουντέρα (με δικά μου λόγια, δεν έχω κοντά μου τώρα το βιβλίο): η ταχύτητα βοηθάει τη λήθη˙ ο αργός ρυθμός είναι φίλος της μνήμης. Το διαπιστώνεις και με ένα απλό παράδειγμα: δεν μπορείς να θυμηθείς κάτι όταν τρέχεις˙ ενστικτωδώς, σταματάς για να θυμηθείς.
Πού καταλήγει, όμως, το ταξίδι της ταχύτητας; Ρωτάω για να ξέρω πού θα φτάσω.

Από προχθές άρχισε να μικραίνει η μέρα. Τη νύχτα δεν βγαίνουν μόνο τα φαντάσματα.

Η ταχύτητα, ενώ έχει διευκολύνει τη ζωή μας σε μεγάλο βαθμό, είναι ίσως, κατά τραγική ειρωνία, ο χειρότερος εχθρός μας˙ τρελαμένοι κι ανυποψίαστοι, ανίκανοι να δούμε, μόνο κοιτάμε - μας έμεινε το κουσούρι απ' την τηλεόραση... Εικόνες, λόγια, θόρυβος μάς βομβαρδίζουν από παντού. Η ταχύτητα, από φυσικού της, ξεπερνάει τις δυνατότητες του ανθρώπου, που έτσι κι αλλιώς χρησιμοποιεί το 1/10 (ένα δέκατο) του μυαλού του στην καλύτερη περίπτωση - πολλά μας διαφεύγουν...
Παίρνουμε, δηλ, αψήφιστα το πιο σοβαρό παιχνίδι που είναι ανεπανάληπτο: τη ζωή.

Μιλώντας χθες για τα ζώα, παρέλειψα τα πουλιά - όχι, ούτε αυτά ξεφεύγουν απ' τις 'ανθρώπινες' ιδιότητες: υπάρχουν πουλιά που ξοδεύουν τη ζωή τους διανύοντας ατέλειωτα μίλια 'σαν το μετανάστη', τρέμουν τα χιόνια στους άσπλαχνους χειμώνες και τους καύσωνες της δίψας - και υπάρχουν και τα άλλα, που έχουν τα φτερά μόνο για το θεαθήναι˙ αυτά περνάνε τη ζωή τους παρασιτώντας πάνω σε άλλα ζώα - εντάξει, τα καθαρίζουν απ' τα τσιμπούρια, αλλά - τρώγοντας, πίνοντας και... αναπαραγόμενα, κυριολεκτικά στην πλάτη του άλλου, πίνοντάς του και το αίμα (κυριολεκτικά, επίσης). Ακόμα και τις φωλιές τους, με το τρίχωμα των ζώων τις φτιάχνουν!

Το Ελληνικό Καλοκαίρι, εδώ και χρόνια, δεν είναι πια του Ζαν Κοκτώ. Όλα ακίνητα στο έλος της ανύπαρκτης Πολιτικής˙ ενώ θάλλει το κιτς glam και θριαμβεύει η ασυδοσία τού σούργελου στις παραλιακές του υπερχρεωμένου νεοέλληνα, που συνεχίζει απτόητος τη θλιβερή παράδοση τού αιώνα της παρακμής του...

Τι μπορεί να μας αφυπνίσει;
- Μια βιβλική καταστροφή (από τηλεοράσεως); Ή, μήπως, οι - απ' το κακό στο χειρότερο κάθε χρόνο - βαθμολογίες στις Πανελλήνιες;

Τι μπορεί να μας κοιμίσει;
- Ίσως το ηφαίστειο που έθαψε την Πομπηία μέσα στη ρωμαϊκή ευμάρεια.
Θα ήταν μια εντυπωσιακή εικόνα στο Photoshop - το δίχως άλλο!

Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2006

Εγκώμιο στη Γλυκειά Ζωή

Τρικούβερτοι καυγάδες και φαγωμάρες αλύπητες συμβαίνουν και στα καλύτερα σπίτια, στα ηλεκτρονικά θα λείπανε; Έχω την αίσθηση πως εκτονώνουν άλλου είδους τσαμπουκάδες, σαν αυτούς που συνέβαιναν παλιά στην 'πραγματική' ζωή. Στην εικονική κοινωνία, διαμορφώνουν ένα τοπίο που μπορεί να αντικαταστήσει τη συντροφικότητα της αλάνας, την πλήξη του γραφείου και των ματαιωμένων ονείρων, την απουσία της ηδονής στο πρόσωπο (και το σώμα) του Άλλου. Είναι όμως επικίνδυνο για τους μοναχικούς˙ οι επιδράσεις α πριόρι απρόβλεπτες, ιδιαίτερα για τις τρυφερές ηλικίες.
Άραγε, τα ζώα τρώγονται μεταξύ τους όταν είναι χορτασμένα; κάνουν συνέλευση στη ζούγκλα για ν' αποφασίσουν ποιο είναι εξυπνότερο; να φάνε τον 'απόβλητο', τον περιθωριοποιημένο; Και ποιο είναι το έπαθλο;
Θα μου πεις, και γιατί να ξεχωρίζει ο άνθρωπος; Μα το θέμα είναι πως τα παραπάνω δεν τα κάνουν τα ζώα...
Τι κακό κι αυτό, να μην μπορούμε να δούμε πως χαλάει ο άνθρωπος... (Το ρήμα και ενεργητικό και παθητικό: χαλάει και χαλιέται˙ χαλάει τους άλλους και το περιβάλλον, το σπίτι του˙ χαλάει και τον εαυτό του με εκκωφαντικά περιττά.
Αυτό το ατελείωτο τουρλουμπούκι της επιφανειακής ζωής, το 'come and join us' και να περνάμε καλά˙ οπωσδήποτε και με το ζόρι χαρά και καλαμπούρι - κουραστικό δεν είναι; - να περνάμε καλά και μόνο καλά. Και μόνο να περνάμε... Βλέπουμε γύρω μας φρικτά πράγματα και δεν αγγίζουν ούτε το πετσί μας.
Αυτή η βρωμιά που έχει φτάσει ως την ψυχή. Το μεγαλείο της παρακμής.
Ποιο μάθημα χρειαζόμαστε και το αγνοούμε, οι μετεξεταστέοι; Κι αν δεν προλάβουμε; Νομίζεις ότι θα νοιαστεί κανείς;
Στην τύρβη των πόλεων της κατανάλωσης και του εντυπωσιασμού, όπου και να γυρίσεις, φάτσες που βρωμάνε λεφτά.
Η αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου - και η κατάρα του 'πολιτισμού' του: όλοι μαζί μόνοι.
Είναι κάτι αντίστοιχο τού 'πέσαμε με τα μούτρα στην επιστήμη και χάσαμε τη μαγεία'.
Πάλι καλά. Άλλοι θησαυρίζουν δημιουργώντας θύματα.

Τι είναι η γλυκειά ζωή; Το μάταιο ξόδεμα; Όχι, να διαγραφεί το 'μάταιο'˙ εμπεριέχει προκατάληψη. Απ' την άλλη, το ξόδεμα συμβαίνει είτε το θέλουμε είτε όχι. Τι μένει; Ν' αναζητήσουμε το ωφέλιμο; Κι αυτό υποκειμενικό είναι...

Ξαναείδα προχθές, τυχαία και προς το τέλος, τη Γλυκειά Ζωή του Φελίνι. Τόση φασαρία, τόση αποξένωση μες στο πλήθος των 'φίλων' και των γνωστών, τον απαραίτητο διάκοσμο του εφήμερου.
Ο αξεπέραστος Μαρτσέλο, βουτηγμένος στα χρέη του ανεκπλήρωτου, εν γνώσει του και με την πλήξη να τον τραβάει απ' τα μαλλιά, ξημερώνεται σε μια ερημική παραλία μαζί μ' αυτούς που διασκέδαζε απ' το περασμένο βράδι.
Στην τελευταία σκηνή, και ενώ ξεκόβει λίγο απ' την παρέα, βλέπει μια κοπελίτσα να του κάνει νόημα. Με το χαμόγελο τής ήδη εκπληρωμένης ευτυχίας, προσπαθεί απεγνωσμένα να του δώσει να καταλάβει πως θέλει να περπατήσουνε μαζί.
Είναι κωφάλαλη.
'Δεν ακούω τη φωνή σου', της λέει εκείνος˙ αν και είχε κοντοσταθεί, δεν μπορεί παρά ν' ακολουθήσει την παρέα του που άρχισε ν' απομακρύνεται.
Το πλάνο κλείνει με το πρόσωπο της κοπέλας˙ ακόμα χαμογελαστό και αισιόδοξο.

Νοσταλγώ να συναντήσω ανθρώπους που δεν τρέχουν. Κάθονται ήρεμοι απέναντι στο ηλιοβασίλεμα, δίπλα στη θάλασσα, και ακούνε τους άλλους κοιτάζοντάς τους στα μάτια - ενώ είναι ελεύθεροι να ταξιδεύουν, με την αυτάρκεια του μυημένου, ακόμα και μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου τους.

Δεν πιστεύω ούτε στην Πανδώρα ούτε στο κουτί της - και πολύ λιγότερο στον πάτο του. Η ελπίδα και ο φόβος είναι τα χειρότερα ναρκωτικά.

Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2006

Εκεί που σταματάει ο νους, αρχίζει η κόλαση

(Tι να) σκέφτονται οι αμερικάννη?

Eίναι ένας σιωπηλός στην κορυφή του βουνού
απέναντι απ’ τη θάλασσα·
κοιτάει τα σύννεφα και μαντεύει
το μέλλον του ανθρώπου:
Zώα, παράξενα φυτά σαρκοφάγα,
αρπακτικά και ερπετά,
σιδερένια πουλιά,
πειρατικά και τέρατα φοβερά
- η αγάπη απούσα.
Kαι αίματα, αίματα, αίματα παντού
σαν ξέπλεκα μακριά μαλλιά
χυμένα ανώφελα
πάνω στη μάσκα του θανάτου.

Eμείς, ξυπνάμε πια μόνο
από το σκουπιδιάρικο της νύχτας.

Καλοκαίρι ευλογημένο!


21 Ιουνίου, Θερινό Ηλιοστάσιο - αλλά και!: Παγκόσμια Ημέρα της Μουσικής ~ ευκαιρία να τιμήσουμε την πιστή παρέα που μας παρηγορεί και μας ανακουφίζει, μας ταξιδεύει, μας εξημερώνει, μας ενθουσιάζει, και - φορές - μας εξυψώνει!

Ποιος είχε πει, ότι ο Παρθενώνας είναι σαν μουσική
που απαθανατίστηκε;…

Και ποιος, ότι η μουσική είναι σαν τριαντάφυλλο πάνω στο χιόνι;…

Χωρίς τη μουσική, ο κόσμος θα ήταν λάθος… Νομίζω ο Νίτσε το είπε.

Ο Beethoven για το μυαλό, ο Händel για την καρδιά, ο Bach για το σώμα,
ο Schubert για την ψυχή, ο Mozart για το νου - λένε οι ειδικοί.

Εμείς;… Ίσως… ο Mahler για το σώμα, ο Chopin για την ψυχή, ο Mozart για τις αισθήσεις, ο Bach για το νου, ο Brahms για την καρδιά, ο Beethoven για υπέροχα ταξίδια… ;

Όμως, και ο Φάμελος, και οι Τρύπες, και ο Παύλος Παυλίδης (και μαζί με τα Σπαθιά, και μόνος), και η Θεοδοσία Τσάτσου, και ο Αλκίνοος, και .........
Μόνο μία τραγουδίστρια;!... Α, η Ελευθερία και η Άλκηστη;...
Tindersticks, Moby, Kwan... πώς λένε τους... Get misunderstood... Troublemakers;
(ξεχνάω τώρα πολλούς!)

- Εσύ ;


Τρίτη, Ιουνίου 20, 2006

Καυτό αεράκι φυσάει...

- Αρκετά κράτησε το ανέκδοτο! Με καλωσόρισε ο Νίκος, καθώς πήγαινα στο σαλόνι να ρίξω μια ματιά στο 2ο ημίχρονο.
- 2 - 0 κιόλας; Τον ρωτάω.
- Ε, ναι. Αρκετά κράτησε το ανέκδοτο... επαναλαμβάνει.
(Δεν βλέπει τον αγώνα, παίζει σκάκι.)
- Καλά, εσύ με το κατεστημένο είσαι;
- Εσύ, πάλι; Με το όνειρο;
(Μου κάνει, φορές, κάτι κομπλιμέντα - χωρίς να το θέλει!...-)

Μέχρι πέρσι ήμουνα Βραζιλία.

Άσε που το 3ο γκολ ήταν οφσάιντ!
Άσε και τους δουλοπρεπείς τους σπήκερ που μεταδίδουν... (Κάτι μου λέει πως είναι κι αυτοί μιλημένοι για το χρονικό τού… προαναγγελθέντος κυπέλλου˙ και, καλά, είναι πειθαρχημένη ομάδα, παίζει και η έδρα...)

Μα, ούτε ένα γκολ - της τιμής!...
Ωχ… είδα και την Μέρκελ να χειροκροτάει νερόβραστα...
Πα' να φύγω!

Α! καλά που το θυμήθηκα…
Οι κανονισμοί, λέει, είναι πολύ αυστηροί στα γήπεδα. Μεταξύ άλλων, απαγορεύεται στον προπονητή και τους άλλους του πάγκου να βρίζουν, να καπνίζουν κ.λπ.
Στους παίκτες που φτύνουνε κάθε τρεις και λίγο (και σε γκρο πλαν, συνήθως!) γιατί δεν επιβάλλεται μια τιμωρία; Μια επίπληξη, έστω…
Καμιά φορά βλέπουμε αγώνα τρώγοντας, ε;! (Σε ποιον τα λέω;...)


Πάει ο Ισημερινός - έρχεται η φθινοπωρινή ισημερία…
Εξάλλου, εγώ είμαι Αργεντινή.
(Όχι πως θα στενοχωρηθώ, αν το πάρουν οι πρώτοι!...;-)

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2006

Ένας άλλος Ρικάρντο Ρέις - Ετεροπροσωπ(ε)ία

Ο κ. Φ. Π., ένας μοναχικός κύριος που δουλεύει σε λογιστικό γραφείο, την ημέρα που πληρώνεται το μηνιάτικό του, συνηθίζει να πηγαίνει σ' ένα γειτονικό, ακριβό εστιατόριο.
Η πόλη του είναι παραθαλάσσια, αλλά οι επισκέψεις του στην ακτή είναι πολύ αραιές και απρογραμμάτιστες. Μπορούμε να φανταστούμε το δρομολόγιό του.
Η μόνη 'διαφυγή' του: στην αρχή του καλοκαιριού, παρακολουθεί στο ραδιόφωνο τον γύρο της Γαλλίας με ποδήλατο.
Για το εικονικό ταξίδι, εννοείται…

Παρεμπιπτόντως, μεθαύριο έχει τα γενέθλιά του.
Αυτό που θα κάνει, δεν έχει ξανασυμβεί στη συνηθισμένη ζωή του˙ θα είναι έκπληξη και για τον ίδιο.

Με το μακρύ μαύρο παλτό να ανεμίζει... Ξαφνικός χειμώνας μες στην καθυστερημένη άνοιξη. Η θάλασσα γκρίζα κι ανακατεμένη. Ο Φ. Π. βολτάρει παρέα με τις αναμνήσεις του...

Έχει στην τσέπη του πασατέμπο˙ στην αριστερή, ένα μικρό περίστροφο.
Στην προκυμαία, οι γλάροι μαζεύονται πάνω σ' ένα σωρό από σάπια σκουπίδια…

Ο Φ. Π. συχνάζει στο Kαφέ Mαρτίνιο ντα Aρκάντα, κοντά στο μώλο, στην Πλατεία των Aνακτόρων, δίπλα στην προκυμαία του Σοντρέ. Πηγαίνει, συνήθως, αργά το μεσημέρι ή νωρίς το απόγευμα - να συναντά όσο το δυνατόν λιγότερους θαμώνες.
Πιάνει τραπέζι γωνία, βγάζει το ριγέ τετράδιο με το μαύρο στυλό του περασμένο στο εξώφυλλο, κι αφήνει το βλέμμα του να χαθεί στον ωκεανό.

"Aύριο γίνομαι 47 χρόνων!", σκέφτεται. Και δεν μπορεί να γράψει γραμμή…


13 Ιουνίου 1935. Χρόνια πολλά, κύριε Φ. Π.!

Ο κόσμος γνώρισε τόσους πολέμους και καταστροφές, μυαλό δεν βάζει˙ κατρακυλάει στο γκρεμό της απληστίας του… Ώσπου να ξαναγεννηθεί… Πώς;…

"Α, σήμερα θα πάω στο Excepcional. Δικαιούμαι να κάνω αυτό το δώρο στον εαυτό μου!..."

Ο Φ. Π. κοιτάζει έξω απ' το μικρό παράθυρο του γραφείου του. Σκοτεινιά πάλι˙ μαζεύονται σύννεφα σχηματίζοντας απόκοσμα σχήματα. Προχθές, είχε επιτέλους σταματήσει να βρέχει.
Πήγε στο Excepcional κατά τις οκτώμιση.

Ήξερε πως σήμερα θα τον σερβίρει η Τσελίνα. Τις προάλλες, κουβεντιάζοντας για τον καιρό, που λέει ο λόγος, ανακάλυψαν πως έχουν γεννηθεί την ίδια μέρα˙ εκείνη, δέκα χρόνια αργότερα. Τον καλωσόρισε χαμογελώντας και του έκανε νόημα να καθίσει στο τραπέζι απέναντι απ' το ενυδρείο με τους αστακούς. Στη γωνία, μια μεγάλη φωτισμένη μπανανιά θύμιζε εξωτική παραλία.
Ήταν νωρίς, η κοπέλα δεν φορούσε ακόμα τα ρούχα της δουλειάς˙ το εμπριμέ κοντομάνικο φουστανάκι της έμοιαζε με παράξενο λουλούδι στο συννεφιασμένο βραδάκι.
Ο κ. Φ. Π. πλησίασε στο μπαρ και άφησε το τριαντάφυλλο μέσα σ' ένα ποτήρι.

Η Τσελίνα Domingo ήταν μια περιπλανώμενη ψυχή της λαμπερής Αργεντινής, που βρέθηκε στη μέση του πουθενά, όταν ο Λούι την άφησε για τη χορεύτρια ενός περαστικού τσίρκου. 'Εδώ θα σε περιμένω', του είχε πει - και, δέκα χρόνια τώρα, αυτό κάνει ακόμη˙ ξέμεινε στην άκρη του μεγάλου ωκεανού. Δεν της αρέσει να μιλάει για τα περασμένα, αλλά εκείνο το βράδυ ένιωσε το ενδιαφέρον του Φ. Π. να ζεσταίνει τη μοναχική καρδιά της και ανοίχτηκε. Τώρα τον κοιτούσε σαν να ντρεπόταν.
Εκείνος επέστρεψε στο τραπέζι του χωρίς να βιάζεται˙ το βλέμμα του αιχμαλώτιζε η αγωνία των αστακών στο ενυδρείο.
- Σήμερα τους πιάσαμε, είναι φρεσκότατοι˙ να σας ετοιμάσω...;
- Όχι, ευχαριστώ, μια μπουγιαμπέσα να...
- Εντάξει… Θα πάρει λίγη ώρα, ε… Τι θα πιείτε;

Ο Φ. Π. απομάκρυνε το κουβέρ προς τη γωνία του τραπεζιού˙ έβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο και το μαύρο στυλό του.
Σκέψεις-γλάροι βούιζαν στο κεφάλι του και επέμεναν να απαθανατίσουν την ασημαντότητά τους:

Το α-συνείδητο είναι το θεμέλιο της ζωής˙ κάλλιστα, η απώλειά του μπορεί να λέγεται παρακμή˙ γιατί σημαίνει ταυτόχρονα την απώλεια της αθωότητας…

Είναι εύκολο να απομακρύνεις τους ανθρώπους˙ αρκεί να μην τους πλησιάζεις…

Πίστη δεν αποκτάς με το νου˙ αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε…

Ο Φ. Π. έφερε στα χείλη του το ποτήρι και κόλλησε πάλι, χωρίς να το θέλει, τη ματιά του στο ενυδρείο.

Λίγο πριν τις δέκα - ο κόσμος είχε γεμίσει την αίθουσα και το βουητό της κουβέντας σχεδόν υπερκάλυπτε την απαλή μουσική που συνόδευε την έξαψη της απόλαυσης.
Ο Φ. Π. σκέφτηκε πως και να μη χρειαζόταν φαγητό ο άνθρωπος, θα έπρεπε οπωσδήποτε να το εφεύρει. Είναι η μία από τις δύο απολαύσεις˙ η άλλη έχει λιγότερο… κόσμο!
Και το κροτάλισμα των αστακών δεν ακουγόταν τώρα τόσο δυνατά - τους έριξε άλλη μια ματιά˙ είχαν λιγοστέψει κατά... δύο,... πέντε... - έμειναν μόνο 7.
Ο Φ. Π. γευόταν το κρασί του, νομίζοντας πως πίνει το αίμα τους.
Δεν έχουν αίμα οι αστακοί˙ η αυθυποβολή, πάλι, ναι.

Θες η απαλή μουσική, θες το μεθυστικό ρουμπίνι στο κρασί του, ο Φ. Π. αποφάσισε πως δεν θέλει να πάρει και γλυκό.
Έκανε νόημα στην Τσελίνα να φέρει το λογαριασμό. Νωρίτερα, το απόγευμα, είχε σκοπό να της προτείνει ένα ποτό στο Amarcord, μετά το τέλος της βάρδιας της˙ τώρα δεν ήξερε αν ήθελε.
Το βλέμμα του έπεσε πάλι στους αστακούς - σηκώθηκε ν' αναζητήσει τον σεφ. Πήγε πίσω απ' το μπαρ, στην πόρτα της κουζίνας - δυο τρεις μάγειροι τον κοίταξαν ξαφνιασμένοι. Ο σεφ τον καλωσόρισε:
- Συνέβη κάτι, κ. Π.;
- Όχι, όχι, όλα εντάξει. Θα ήθελα μόνο μια χάρη...
- Ό,τι μπορώ…
- Ν' αγοράσω τους αστακούς που έμειναν στο ενυδρείο.
- Σας τους προτείναμε και στην αρχή…
- Θα ήθελα να τους πάρω ζωντανούς, γίνεται;
- Να βρω μια σακούλα…
- Σας ευχαριστώ.

Ο κ. Φ. Π. άφησε το μισό μισθό του στο πιατάκι που του είχε φέρει στο μεταξύ η κοπέλα, μάζεψε το σημειωματάριο και το μαύρο στυλό του, και πήρε το παλτό του απ' την ροκοκό κρεμάστρα˙ έψαξε εξωτερικά την αριστερή τσέπη, για το περίστροφο.

Το ρολόι της πλατείας χτύπησε έντεκα φορές, όταν ο Φ. Π. έβγαινε απ' το Excepcional˙ ο κόσμος λίγος και σιωπηλός, αραιή κίνηση στους γύρω δρόμους. Κοντοστάθηκε να ρουφήξει βαθιά το τσιγάρο που άναψε, αφού είχε μείνει άκαπνος για δυόμιση ώρες˙ ήταν η δοκιμασία στην οποία υποβαλλόταν κάθε φορά που επισκεπτόταν το Excepcional με τα καθαρά τραπεζομάντηλα και τις αυστηρές προδιαγραφές...

Η υγρασία τού νότισε τα πνευμόνια. Κούμπωσε το παλτό του στο στήθος, τράβηξε δύο απανωτές ρουφηξιές και πέταξε το τσιγάρο. Οι δαγκάνες στην τσάντα κροτάλιζαν τώρα με ανυπόμονο ρυθμό.
Ο κύριος Φ. Π. πήρε το δρόμο για την προκυμαία…
Για πρώτη φορά έπιανε οστρακόδερμο˙ ανατρίχιαζε στην ιδέα πως μέσα στο σκληρό κέλυφος ένα ολόκληρο ροζ εργοστάσιο δούλευε τέλεια και ασταμάτητα για τη ζωή˙ ώσπου το χέρι του άπληστου ανθρώπου να θελήσει να του την πάρει!
Βραχάκι-βραχάκι, έφτασε ως το σημείο που ξανοιγόταν περισσότερο στο πέλαγος κι άρχισε να ρίχνει έναν-έναν τους αστακούς στην ήσυχη θάλασσα. Με το πρώτο ξάφνιασμα της ελευθερίας τα πλοκάμια τους μπερδεύονταν, αλλά γρήγορα η αέναη φύση έβρισκε το δρόμο της.
Μετά από μικρό δισταγμό, επέστρεψε για να ανιχνεύσει την πορεία τους… πάνω στη γέφυρα με τα ξύλινα αγγελάκια στο ύψος των καταρτιών… έσκυψε στο νερό, γιατί του φάνηκε πως είδε κάτι κόκκινο να ιριδίζει χαρούμενο...
Έβαλε το χέρι στην τσέπη και χάθηκε στη νύχτα, παίρνοντας την αντίθετη κατεύθυνση.

Ο Φ. Π. έκανε το γύρο της πλατείας των Aνακτόρων, πήρε τον ανήφορο προς το αστεροσκοπείο, κι ανέβηκε στο κάστρο που δεσπόζει πάνω απ' την πόλη, μέσα στο δάσος. Είδε από ψηλά το φεγγάρι να φωτίζει την προκυμαία του Σοντρέ… να και το Kαφέ Mαρτίνιο ντ' Aρκάντα, κοντά στο μώλο˙ από Δευτέρα εκεί θα είναι πάλι το απομεσήμερο που δεν τον πιάνει ο ύπνος - για λίγη ξεκούραση δευτερολέπτων...
Ασυναίσθητα, έψαξε το περίστροφο στην τσέπη του˙ εκεί ήταν˙ ακόμη˙ να χλευάζει τα μάταια εγκόσμια και την άνοστη δειλία του...
Έκανε ένα τσιγάρο ρεμβάζοντας τα σκοτεινά σύννεφα και τις αχανείς σκέψεις του…

Αυτό που με πονάει, είναι πως δεν αξίζει τον κόπο να γράφω˙ πως τον χρόνο που χάνω για να γράφω, δεν τον κερδίζω παρά μόνο μέσα στην αυταπάτη, πως αξίζει τον κόπο να γράφω...

Αναρωτιέμαι αν είναι ίσες οι δύο ολόιδιες ταχύτητες, με τις οποίες πέφτουν στη θάλασσα: ο άνθρωπος που αυτοκτονεί, κι αυτός που έχασε την ισορροπία του στην άκρη του γκρεμού...

Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω, φτάνει να υπάρχω...
Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ίδιοι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι αυτό που βλέπουμε˙ είναι αυτό που είμαστε...

Η ζωή από μακριά...
Η νύχτα ελαφραίνει - σχεδόν φωτεινή - αγκαλιάζει τις ανάσες του ανυποψίαστου κόσμου…

Επιστρέφοντας για να πάρει το δρόμο του σπιτιού του, ο Φερνάντο Πεσόα πέρασε απ' το Excepcional˙ τα φώτα χαμηλωμένα. Η Τσελίνα είχε φύγει.
Πάλι.
Κι από Δευτέρα, πάλι˙ πίσω απ' το γραφείο, ο φευγάτος Φερνάντο με το βλέμμα χαμένο στα σύννεφα, θα προσπαθεί να διακρίνει, ανάμεσα στους αριθμούς και τις πράξεις τους, το νόημα της μέρας που τελειώνει…

Αύριο Σάββατο, όμως˙ ευτυχώς δεν έχει πολλή δουλειά στο γραφείο. Θα περάσει κατά τις έντεκα - να πάρει τα φάκελλα σπίτι - και μετά, όπως κάθε Σάββατο, θα μαγειρέψει για δυο μέρες. Άραγε, πότε είναι το επόμενο ρεπό της Τσελίνα;…
Να μην ξεχάσει να πάρει και κρασί. Το ρουμπινί.

Σάββατο, Ιουνίου 17, 2006

Βόλτα στην έρημο...

Nα ’μαι στη γωνία. Kάτω από ένα δέντρο. Kαλά που υπάρχει κι αυτό… Nα ’μαι, λοιπόν, επιτόπου. Kαι τα ’χω παιγμένα.
Όπως κάθε μέρα.
Tί αλλάζει; Σήμερα, μια διαφήμιση μου σφηνώθηκε στο μυαλό: εκείνη με την άσπρη παραλία και τις μπανανιές. Kαι μια άλλη που βλέπω τώρα απέναντι. Σου μοιάζει αυτός που καπνίζει. Δεν θέλω, με πονάει.
Oι άνθρωποι γενικά με πονάνε, τους φοβάμαι. Όχι, είναι που τους βαριέμαι επειδή δεν τους γνωρίζω. Kαι δεν έχω καμία όρεξη να. Eπίσης, δεν τους μοιάζω. Oύτε προσπαθώ, βέβαια…
Mερικοί φαίνονται ευγενικοί. Άλλοι, μόνο απόμακροι. Πρόσωπα αδιάφορα, που ξέρεις ότι θα σε ταλαιπωρήσουν, αν κάνεις τον κόπο να τα συναναστραφείς. Προς τί;…
Mε τρομάζουν οι τεράστιες διαφημίσεις - στις μεγάλες λεωφόρους προπαντός. Aπό κάτω, ανασκελιάζονται τα αδέσποτα και οι ξεκοιλιασμένες γάτες.
Λοιπόν. Ξαναγυρίζω. Eπιτόπου. Δεν τους θέλω πια τους ανθρώπους. Kαλύτερα ένα δέντρο. Aπλώς, ένα δέντρο. Nαι, ζω μόνο για να γράφω. Ίσως, πιο αισιόδοξα: ζω επειδή γράφω.
Kαλύτερα σκύλος μοναχικός, να γαυγίζω το φεγγάρι. Προς το παρόν, μόνο το κοιτάζω. A, ναι: και δεν είμαι σκύλος. Aκόμα. Δίγλωσση φύση.
Kαι άλαλη.
Σ' όλη τη διαδρομή κλαίω σιωπηλά. Aυτά τα ποτάμια που κυλάνε στα μάγουλά μου, δίνουν ανακούφιση παρόμοια με του οργασμού. Eκτός απ' τη διάρκειά τους που είναι διαφορετική, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Mοναχικό. Δε βαριέσαι… Oι γρίφοι όλοι άλυτοι, και η ζωή παράλυτη. Tί να την κάνεις την αλήθεια, όταν ξεχνάς τα ψέματα.
Kαι όλοι παριστάνουν τους ανθρώπους.

Eπιστρέφοντας, ερωτεύομαι το θάνατο στο πρόσωπο του Tσε˙ είναι τόσο αξιοπρεπής, τελειωτικά παρών και καλοδεχούμενος.
H γαλήνη και η πληρότητα που λέγεται ευτυχία. Στιγμιαία.

Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006

12 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι (23.10.1925 - 15.6.1994)



(Σχεδόν) με δικά του λόγια:


Όποιος δεν φοβάται το τέρας, σημαίνει πως του μοιάζει.
Κάποιοι φροντίζουν να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.
Εκατομμύρια εκστασιασμένοι άνθρωποι κρατάνε την ανάσα τους στις ποδοσφαιρικές φάσεις.
Ο κόσμος οδεύει με μαθηματική ακρίβεια στην εξαφάνισή του.
Δεν είναι που ο κόσμος σταμάτησε να φοβάται, είναι που συνήθισε να φοβάται.

Τρίτη, Ιουνίου 13, 2006

Ένας άλλος Ρικάρντο Ρέις


ομαδική συγγραφή μιας φανταστικής(;) ιστορίας

Ο κ. Φ. Π., ένας μοναχικός κύριος που δουλεύει σε λογιστικό γραφείο, την ημέρα που πληρώνεται το μηνιάτικό του, συνηθίζει να πηγαίνει σ' ένα γειτονικό, ακριβό εστιατόριο.
Η πόλη του είναι παραθαλάσσια, αλλά οι επισκέψεις του στην ακτή είναι πολύ αραιές και απρογραμμάτιστες. Μπορούμε να φανταστούμε το δρομολόγιό του.
Η μόνη 'διαφυγή' του: στην αρχή του καλοκαιριού, παρακολουθεί στην τηλεόραση τον γύρο της Γαλλίας με ποδήλατο. Για το εικονικό ταξίδι, εννοείται…

Παρεμπιπτόντως, μεθαύριο έχει τα γενέθλιά του.
Αυτό που θα κάνει, δεν έχει ξανασυμβεί στη συνηθισμένη ζωή του˙ θα είναι έκπληξη και για τον ίδιο.

Κυριακή, Ιούνιος 11, 2006 2:32:06 μμ, voula-vouliagmeni said…
Με το μακρύ μαύρο παλτό να ανεμίζει... Ξαφνικός χειμώνας μες στην καθυστερημένη άνοιξη. Η θάλασσα γκρίζα κι ανακατεμένη. Ο Φ. Π. βολτάρει παρέα με τις αναμνήσεις του...

Κυριακή, Ιούνιος 11, 2006 4:04:40 μμ, onlysand said…
voula-vouliagmeni!
Συνέχεια :
Έχει στην τσέπη του πασατέμπο˙ στην αριστερή, ένα μικρό περίστροφο.
Στην προκυμαία, οι γλάροι μαζεύονται πάνω σ' ένα σωρό από σάπια σκουπίδια…

Δευτέρα, Ιούνιος 12, 2006 4:25:44 μμ,
onlysand said...
Ο Φ. Π. συχνάζει στο Kαφέ Mαρτίνιο ντα Aρκάντα, κοντά στο μώλο, στην Πλατεία των Aνακτόρων, δίπλα στην προκυμαία του Σοντρέ. Πηγαίνει, συνήθως, αργά το μεσημέρι ή νωρίς το απόγευμα - να συναντά όσο το δυνατόν λιγότερους θαμώνες.
Πιάνει τραπέζι γωνία, βγάζει το ριγέ τετράδιο με το μαύρο στυλό του περασμένο στο εξώφυλλο, κι αφήνει το βλέμμα του να χαθεί στον ωκεανό.

Δευτέρα, Ιούνιος 12, 2006 4:56:28 μμ, voula-vouliagmeni said…
"Aύριο γίνομαι 48 χρόνων!", σκέφτεται. Και δεν μπορεί να γράψει γραμμή…

Τρίτη, Ιούνιος 13, 2006 12:54:23 μμ,
onlysand said…
13 Ιουνίου 1969. Χρόνια πολλά, κύριε Φ. Π.!

Ο κόσμος γνώρισε τόσους πολέμους και καταστροφές, μυαλό δεν βάζει˙ κατρακυλάει στο γκρεμό της απληστίας του… Ώσπου να ξαναγεννηθεί… Πώς;…

"Α, σήμερα θα πάω στο Excepcional. Δικαιούμαι να κάνω αυτό το δώρο στον εαυτό μου!..."


(συνεχίζεται - με τις δικές σας ιδέες, προσθήκες ή ανατροπές)



Κυριακή, Ιουνίου 11, 2006

Βάζε μου ιδέες!


Αυτό το ερώτημα έχει καταντήσει το υπαρξιακό μου σίριαλ: Ζω για να γράφω; Ή, μήπως, γράφω για να ζω;
Το πρώτο σκέλος της ερώτησης μού φαίνεται αρκετά… μεγαλόπνοο για να το υποστηρίξω˙ καταλήγω στο δεύτερο˙ πιο ολιγαρκές και βασανισμένο - για όποιον γνωρίζει. Τη ζωή. (Μεγάλα λόγια.)
(Το κακό είναι πως έχει χαλάσει το κασετοφωνάκι μου και αναγκάζομαι να γράφω σε χαρτάκια, πριν τα περάσω στο ηλεκτρονικό.)
Δεν μπορώ να πω αν αυτή η κατρακύλα-ασφυξία είναι φαύλος κύκλος και πώς μας προέκυψε. Αυτό που ξέρω είναι πως, όσο εξαφανίζονται οι παλιές αξίες της αληθινής ζωής - που σέβονταν οι άνθρωποι, κι αυτή τους χάριζε τη γλύκα της - τόσο φουντώνουν η εύκολη χυδαιότητα του ανεγκέφαλου τζάμπα μάγκα, η οποία πολλαπλασιάζεται ανεμπόδιστα χάρη στην ανερμάτιστη θρασύτητα και στην παχυδερμία της καβαλημένης εξουσίας.
Παρακολουθούμε την εξέλιξη ως θεατές - όπως έχουμε συνηθίσει.
Η εξουσία, βρίσκει και τα κάνει - στα πλαίσια της ανατριχιαστικής επανίδρυσης - γιατί, εκτός της δικής μας απάθειας, έχει σύμμαχο τα λεγόμενα ΜΜΕ˙ όπου, κάθε ώρα και στιγμή, ορθολογιστικά προγραμματισμένα, λαμβάνει χώρα ανελλιπώς η άσκηση της παραπλανητικής, εντεταλμένης δημοσιογραφίας και η αποθέωση της ευτέλειας στο υψηλό επίπεδο του Σημαίνοντος και Σημαντικού. Υπνωτικά, κατάλληλα για εθελούσιους μαζοχιστές, που ηδονίζονται ανάμεσα σε καραγκιόζηδες και καθάρματα-ξεδιάντροπα φερέφωνα.
Το έγκλημα με άλλη όψη. Θύματα, η Παιδεία (ναι, έτσι εκδικείται όταν την απαξιώνεις) και η εξ αυτής απορρέουσα Ευγένεια. Πριν αναδυθεί ο θύτης, έχει προηγηθεί ο ψυχικός βιασμός του.
Και η Νατέλα - εκπρόσωπος μιας αξιοπρέπειας που κάτι μας θυμίζει, αλλά δυσκολευόμαστε πια να την συνειδητοποιήσουμε - έχει καμπουριάσει από το βάρος του μονο-δικού της πόνου.
Πώς ζούσαν άραγε την καθημερινότητά τους οι φιλήσυχοι γερμανοί το 1932, π.χ.;

Όπου δεν βρίσκει έδαφος η βία κάθε είδους και τρόπου, φυτρώνει η παραδοχή της μοναξιάς για τον ευάλωτο (πριν αντι-δράσει). Αν κλειστεί στο καβούκι του, αρχίζουν οι παραμορφώσεις - κατά συντριπτική πλειοψηφία δεν είναι εξωτερικές. Βράζουν και χτυπιούνται μέσα μας, και δεν ξέρουμε πότε και πώς θα τιναχτεί η βαλβίδα 'ασφαλείας'. (Τα αποτελέσματα φαίνονται, ναι. Και, το χειρότερο: τις περισσότερες φορές μάς εκπλήσσουν.)
Στο αδιέξοδο της μοναξιάς που τους χάρισαν, βάζουν φωτιά και οι - πεισματικά 'ανεξέλεγκτοι' - κουκουλοφόροι που κρύβονται απ' τον εαυτό τους - αν δεν τους κρύβει το κράτος στην ασυδοσία του.
Οι υπόλοιποι, όσο δεν εκρήγνυται η μέσα μας βία, περιφέρουμε τις αναπηρίες μας στο φως του ήλιου ή στις σκοτεινιές των λευκών νυχτών - ανάμεσα στο αγριεμένο πλήθος. Ώσπου να 'ρθει η αγνή εξέγερση σε real time, και να παρατήσουμε τα playstation της εικονικής ζωής: game over!

Εξάλλου, όπως παραμένει το ερώτημα, 'το αυγό έκανε την κότα, ή η κότα το αυγό;' - κι άσε τους… επιστήμονες να λένε (δεν έχουν με κάτι σοβαρότερο ν' ασχοληθούν;!) - έτσι και η ταχύτητα έχει το μερίδιό της στη βία, δηλαδή στην απομάκρυνσή μας από το πρωταρχικό κύτταρο της αθωότητας.
Η ιδιώτευση, απ' την άλλη - όταν δεν οφείλεται στο αραλίκι τού καναπέ και όλα τα επακόλουθά του - έχει τις ρίζες της στην απογοήτευση˙ η μόνη 'ενοχή' που θα μπορούσαμε να της προσάψουμε, είναι ότι βολεύει τις παντοειδείς εξουσίες.
Νιώθω πως έχουμε πάρει την κατηφόρα με γκάζια, και αντικρίζουμε ήδη το μεταπυρηνικό τοπίο του μέλλοντός μας. Αλλά, εδώ που τα λέμε, τι θα πει μέλλον; (Αν δεν τα 'χουμε δει όλα, αλλίμονό μας…)

Μ' αρέσει να χάνω το χρόνο μου. 1ον, γιατί δεν είναι 'μου'˙ και 2ον, το πού είναι διαθέσιμος για να τον βρίσκω εγώ και να τον χάνω, δεν εξαρτάται από μένα˙ οπότε, κανένας ηρωισμός. Ίσως, μόνο κάποια εγγενής ανησυχία για την οπωσδήποτε εξάντλησή του.
Πώς έχει καταντήσει η ζωή; Χάρτινη; Ή εμείς ανεπαισθήτως μεταλλαγμένοι, εθισμένοι στις ενέσεις της με το ζόρι 'χαράς';

Όπως το παραδοσιακό, έτσι και το ηλεκτρονικό ημερολόγιο (blog), μοναχικό είναι, μη γελιόμαστε. Καιρό τώρα αναρωτιέμαι, γιατί δεν μπορούμε να το κάνουμε δια-δραστικό; Αλλιώς, τι έχουν να πουν δύο (ή εκατομμύρια) γραμμές που τρέχουν παράλληλα στην έρημο του κόσμου;

Θα μπορούσαμε να 'χτίσουμε', π.χ, ένα ρεάλ μυθιστόρημα με προσωπικές - του καθένα μας - πινελιές. Αν θέλεις, μπορείς να συνεχίσεις ή, όπως θα 'γεμίζει', ν' αλλάξεις την ιστορία:


Ο κ. Φ. Π., ένας μοναχικός κύριος που δουλεύει σε λογιστικό γραφείο, την ημέρα που πληρώνεται το μηνιάτικό του, συνηθίζει να πηγαίνει σ' ένα γειτονικό, ακριβό εστιατόριο.
Η πόλη του είναι παραθαλάσσια, αλλά οι επισκέψεις του στην ακτή είναι πολύ αραιές και απρογραμμάτιστες. Μπορούμε να φανταστούμε το δρομολόγιό του.
Η μόνη 'διαφυγή' του: στην αρχή του καλοκαιριού, παρακολουθεί στην τηλεόραση τον γύρο της Γαλλίας με ποδήλατο. Για το εικονικό ταξίδι, εννοείται…

Παρεμπιπτόντως, μεθαύριο έχει τα γενέθλιά του.

Αυτό που θα κάνει σήμερα, δεν έχει ξανασυμβεί στη συνηθισμένη ζωή του˙ θα είναι έκπληξη και για τον ίδιο.

......................................................................................
……………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………

Σάββατο, Ιουνίου 10, 2006

Αφιερώσεις (συμπληρώστε!)*


*(Μπορεί να εκδοθεί του χρόνου)

Το 'ανεβάζουμε' για δεύτερη φορά - μαζί με τις δικές σας ως τώρα 'αφιερώσεις' - περιμένοντας και τις καινούργιες!


Aφιερώσεις


Στα όνειρα που δεν θυμάσαι το πρωί˙
στους φόβους που δεν σ’ αφήνουν να πιστεύεις˙
στη νύχτα που της λείπουν τα πουλιά˙
στο φως που του λείπουν οι άνθρωποι˙
στις ψυχές που λείπουν απ’ τους ανθρώπους˙
στα σημάδια που αφήνουν οι παρα(ι)τημένες επιθυμίες

Σ’ αυτούς που κρύβονται μην τους δει η γιορτή˙
στους άλλους που πολεμάνε το σκοτάδι
μόνο με μια πεισματάρα σπίθα
απέναντι στους δειλούς προβολείς των απάτσι˙
σ’ εκείνους που χαμογελούν στον πόνο
τον δικό τους και των άλλων˙
σε όσους δεν φαίνονται μέσα στη σιωπή˙
στις καμμένες πράξεις και στα λόγια που καίνε˙
στα κρυμμένα θαύματα που κάνουν ελεημοσύνη
στην τύχη μας

Στην ολοένα αναβαλλόμενη χειρονομία της αγάπης˙
σ’ αυτούς που μας συγχωρούν
αντί να μας καταλαβαίνουν˙
στον φύλακα άγγελο που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ˙
στη ζωή που ακυρώνει κάθε μέρα το θάνατο
για χάρη μας


1. σε αυτές που αγάπησα και με απογοήτευσαν.
Εστάλη από PROAGELOS — 07 Jun 2006

3. στα παιδιά που αθωώνουν το χρόνο μαςκαι εξημερώνουν τις λύπες μας
στους πληγωμένους που τους περισσεύει ακόμα τρυφερότητααλλά και στους πληγωμένους που έχουν σκληρύνει απ' το αγιάζι των ανθρώπων
Εστάλη από alma — 07 Jun 2006

4. σ' αυτές που σε αγάπησαν, Proangele, κι εσύ τις αγνόησες;;;- και σ' αυτές, ε;
Εστάλη από niki — 08 Jun 2006

5. σ'αυτους που πεφτουν και έχουν το κουραγιο και τη δύναμη να σηκώνονται ξανά και ξανά.......για να προχωρήσουν
Εστάλη από Aurellia — 08 Jun 2006

6. Niki μήπως είσαι μια απο αυτές;;;Πότε θα γνωριστούμε;;;!!!
Εστάλη από PROAGELOS — 08 Jun 2006

7. σε μένα γιατί το αξίζω
Εστάλη από
mario — 08 Jun 2006

8. σε όλα τα καλά παιδιά!
Εστάλη από PROAGELOS — 08 Jun 2006

9. Όχι, δεν είμαι, Προάγγελε - σε... φαντάστηκα, όμως! (Να μη θυμάσαι, ποιες έχεις πληγώσει;!;!;!)
Εστάλη από niki — 09 Jun 2006

10. Στους 'πεζούς' που είναι ποιητές και δεν το ξέρουν!
Εστάλη από alma — 09 Jun 2006

11. Καλά, δεν περιμένουμε να εκδοθεί αυτό εδώ!;!;
Εστάλη από Chris — 09 Jun 2006

12. Κι εσένα, δηλ, Chris; ποια είναι η δική σου συνεισφορά;-)
Άλλη μία φορά, πάντως, θα το ανεβάσω˙ μετά, παραιτούμαι...
Εστάλη από alma — 09 Jun 2006

13. στα δάκρυα που στέγνωσαν και τα ευγνωμονώ
Εστάλη από pavlos — 09 Jun 2006

14. Σ' αυτούς που τρώνε ήττα και συγχαίρουν τον αντίπαλο
Εστάλη από nick — 09 Jun 2006


συνεχίζεται


Πέμπτη, Ιουνίου 08, 2006

Σαν βραδινός περίπατος


Την ιστορία τη γράφει η συλλογική μνήμη. Η αλήθεια πρέπει κάποτε να λέγεται για να αντιμετωπίζει την εξουσία. Όλιβερ Στόουν

Αν δεν μπορείς να ξεφορτωθείς τον σκελετό που κρύβουν οι δικοί σου στη ντουλάπα, φανέρωσέ τον και μάθε τον να χορεύει στις οικογενειακές γιορτές. Μπέρναρντ Σω

Τι σημαίνει το καμπανάκι; Αντί για την κατάθλιψη του οικόσιτου δυνάστη (δηλ, της τηλεόρασης), διαλέγουμε τη θλίψη˙ τουλάχιστον αυτή είναι δικιά μας.


Για να θυμηθώ αισθήσεις, μυρωδιές και εκπλήξεις, κοιτάζω σαν παιδί τον ουρανό, και μετά ταξιδεύω στο όνειρό μου κάτω απ' τα ξάγρυπνα αστέρια˙ ανάμεσα σε κεράσια, φράουλες και μούσμουλα, χωρίς καμιά διάθεση αντίστασης.
Πάνω στους τρισδιάστατους χάρτες της καλοκαιρινής επιθυμίας.

Η Απω Ανατολή έχει αναγορεύσει αυτή την αρετή σε δόγμα: Το να είσαι αρχάριος αποτελεί το μυστικό όλων των Τεχνών.

Μπορείς ν' αποκτήσεις οτιδήποτε στη ζωή˙ αρκεί να θυσιάσεις τα πάντα γι' αυτό.
Aν αξίζει τόσο ξόδεμα, δεν ξέρω… Εξαρτάται: μόνο αν δεν βλέπεις τον άλλο δρόμο.

Κυριακή, Ιουνίου 04, 2006

Μια σιωπή...


Ετοιμαζόμασταν να βγούμε στις δροσιές του καλοκαιριού - τις υπέροχες φωτοσκιάσεις αειθαλών τε και φυλλοβόλων, τον αεικίνητο φλοίσβο των ευγενών υδάτων - όταν τηλεφώνησε ο αδελφός μου:
- Ξέρεις, μεθαύριο είναι η εκταφή του πατέρα...
'Εκ-ταφή'. 'Πατέρα'. Πώς συνδυάζονται αυτές οι λέξεις;


Επί μήνες, περίμενα κάθε βράδι τον μπαμπά να μου φανερωθεί. Kαι να μου πει πώς είναι εκεί Πέρα. Γιατί, δηλαδή, δεν το δικαιούμαι; Kανονικά, όπως βγάζουν τα παιδιά στη ζωή και τα καθοδηγούν στα βήματα της γνωριμίας μαζί της, έτσι δεν θα ’πρεπε οι γονείς, αν έφευγαν πρώτοι, να τα προειδοποιούν και για το Mετά;

Έβρεχε κατακλυσμιαία, όταν συνάντησα τον μπαμπά για τελευταία φορά. Πριν φύγω, γύρισε και με κοίταξε μ’ ένα μισοχαμένο χαμόγελο, σαν απορία-έκπληξη που ανακάλυπτε μια πρωτόγνωρη διαπίστωση, (πικρή παραδοχή):
- Πότε έγινα εγώ 74…;!...
Mήνυμα μου ’δινε να μεταφέρω στον ψεύτη χρόνο˙ ή στη γλυκειά ζωή;
Όπως έκανε να φύγει, παρά τα λευκά μαλλιά του, έμοιαζε με παιδί αβοήθητο που περίμενε να το πάρω απ’ το χέρι· παραπονεμένο που το διώχνουν απ’ τον κήπο με τα παιχνίδια και δεν του επιτρέπουν καν να κρατήσει ένα για να θυμάται. Όχι, ψέματα· ίσως μόνο ένα: την εικόνα της μαμάς στην άυλη πια μνήμη του. Kαι μια μικροκακία που της κρατούσε, επειδή έφυγε πριν απ’ αυτόν.
Ήξερα πως τίποτα δεν τον εμπόδιζε τώρα να πάει πολύ μακριά.

Αχ, ο μπαμπάς. Ανάμεσα στα θέλω του και τις αναβολές τους. Όπως όλοι μας.

Έφυγε σαν πουλάκι, μου είπαν - μόνο που περπατούσε, δεν πέταγε...
Ποτέ δεν αξίωσε να ασχοληθώ μαζί του.
- Έχω δουλειά, μπαμπά. Πέστε τα εσείς με τη μαμά που έχεις χρόνια να τη δεις... Mετά, έρχομαι κι εγώ.


Δεν θα πάω˙ όπως δεν πήγα και στης μαμάς.
Τώρα μόνο τα κόκκαλά τους˙ και δεν είναι δικά μου.


… Μα εγώ μ' έν' άγριο, περήφανο χορό
Σαν αετός πάνω απ' τις λύπες θα πετάξω
θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ - σιγά μην κλάψω!

(συνέχεια - βλέπε post 'μία από τα ίδια' - και τέλος, απ' το τραγούδι του Γ Αγγελάκα)

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2006

Tο σπασμένο νύχι της Mέριλιν...


...Ή, πώς μία λεπτομέρεια γίνεται ερήμην και τελεσίδικα οδυνηρή...

Η μαμά θα τη φώναζε Νόρμα; ή Τζιν;...

Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί, ποια θα ήταν η διαδρομή της ως σήμερα˙ πρώτη Ιουνίου 2006: θα έκλεινε τα 80 της.
- Η Μέριλιν; Αποκλείεται!

Έχει βγει απ' το μπάνιο και περπατάει τώρα ξυπόλητη πάνω στις παχιές μοκέτες. Ο κλιματισμός στο φουλ - αν δεν αρπάξει καμιά πνευμονία…
Δεν θυμάται να της έχει τηλεφωνήσει κάποιος για το βράδι.
Είναι άβαφη και αγνή - μπορεί εκείνη τη στιγμή να σκέφτηκε τη φευγάτη μάνα της;
Πετάει το μπουρνούζι και βιάζεται να πάει στην τουαλέτα της: την ενοχλεί ένα νύχι που έσπασε την ώρα που ξεκούμπωνε το φερμουάρ.
Καθώς ρίχνει το βλέμμα στο μεγάλο καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό της στην έρημο, με μισόκλειστα μάτια απέναντι στον εκτυφλωτικό συνωστισμό των ανθρώπων.
Αχ, πόση κούραση και σήμερα, όλο κλειστές πόρτες. Να κλείσει τα μάτια και να μη θυμάται ποια και πώς θέλουν οι άλλοι να είναι εκείνη.
Λίγα λεπτά πριν καταπιεί τα δελε-αστικά που θα τη στείλουν για πάντα ανάμεσα στα αιώνια λουλούδια.
Η βολική φυγή για τους άλλους…
Τώρα θα τους έβαζε όλους στο τσεπάκι της. Υπογράψτε: α π ο δ ο χ ή!

Τώρα στα μισάνοιχτα χείλη του πόθου των άλλων, ο δικός της φόβος.
Το άρωμά της θα μπορούσε να είναι και η τελευταία ανάσα της. Τόσο αταίριαστο με το θάνατο το ζεστό ακόμα χρώμα της λαχταριστής σάρκας˙ μεταξωτά σεντόνια, απαλές πτυχές - στο διπλό κρεβάτι, η μία πλευρά ατσαλάκωτη.
(Εκείνη τη στιγμή ήθελε να τηλεφωνήσει. Σε ποιον;...)

Αν κάποιος προσέξει το απλωμένο χέρι - φαίνεται και στη φωτογραφία - το νύχι του παράμεσου είναι σπασμένο.

Και η παλαιότερη (από τις... σωζόμενες!;)

Powered by Blogger

SYNC BLOGS