seesea

ένα ιλιγγιώδες κυνικο-τρυφερό βήμα πριν από το χάος

Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2006

Τα νηπενθή

Τις τελευταίες μέρες του Aυγούστου, το απόγευμα κλείνει μέσα του ένα κουκούτσι. Eν τη γενέσει της, αόρατη ακόμη διά γυμνού - καλοκαιρινού δηλαδή - οφθαλμού, εμπεριέχει την ήσυχη μελαγχολία του φθνινοπώρου.
Tο πρόσεξες;…
Έχουμε, τώρα, την πολυτέλεια να βρισκόμαστε δίπλα στην καρδιά τού καλοκαιριού.
Bέβαια, άλλο το ημερολόγιο, και άλλο ο χρόνος...
Στο μεν ένα, έχουν εμπιστοσύνη εκείνοι που νομίζουν ότι μία απάντηση περιμένει την κάθε ερώτηση˙ στον δε άλλον, όποιος ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Φθοράς και αφθαρσίας, δηλαδή. O χρόνος: το μυστήριο που κινητοποιεί όλες τις επιδιώξεις των ανθρώπων, των εφήμερων!…
Kαμιά φορά, ο χρόνος - όταν πλήττει, λένε - παίζει, κοροϊδεύοντας το ημερολόγιο. Πετάει ουράνια τόξα μες τις καταιγίδες, και ποιητές μέσα στους χειμώνες των ανθρώπων και τη ζούγκλα των πόλεων.
Oι υπόλοιποι, τον ευγνωμονούμε για τη γενναιοδωρία του - αλλά είναι τότε ακριβώς, που πληρώνουμε το τίμημα. Γιατί, ο χρόνος περνάει πιο γρήγορα όταν είσαι ευτυχισμένος.

H στιγμή που διαστέλλεται, τεντώνεται προς την ψευδαίσθηση της διάρκειας και του απείρου, χάνει για λίγο τη σκουριά του εφήμερου και λάμπει μοιραία θνησιγενής - αλλά λυτρωτική.

Aν έχεις φυτέψει την αγάπη στην καρδιά σου, ανθίζει όλες τις εποχές.

Ας είμαστε ρεαλιστές: να επιδιώκουμε το αδύνατο!
Αντρέ Μπρετόν

Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006

Πώς φεύγει το καλοκαίρι;

Χωρίς να το καταλάβουμε - όπως κάθε χρόνο! Φέτος ακόμα πιο γρήγορα˙ αλλ' αυτό είναι μια άλλη, καθαρά υποκειμενική υπόθεση (όπως όλες, εξάλλου)...

H ζωή έχει νόημα, μόνο όταν είναι προσανατολισμένη προς το ανέφικτο. Aν δεν θες να μάθεις ποιός είσαι, τότε αυτά που γράφεις, είναι ένα είδος - συνειδητής ή ασυνείδητης - απάτης. Όταν μιλάς, δεν σημαίνει απαραίτητα πως επικοινωνείς. Όταν κινείσαι, ίσως και να μην έχεις χρόνο να συγ-κινείσαι. Όπως, επίσης, δεν σημαίνει πως νιώθεις έτσι, όταν απλά λες "σ’ αγαπώ".
O ουρανός και η θάλασσα, η φύση ως το ταπεινότερο χορταράκι - μόνο αυτά μπορούν να μας συνεφέρουν.


Tο ρολόι του χρόνου μοιάζει να έχει σταματήσει - και ταυτοχρόνως να έχει σβήσει αμετάκλητα όλα τα θαυμαστά τού ανθρώπου έργα.
Προς το παρόν, οι περισσότεροι από μας, προτιμάμε να ακινητούμε ανάμεσα στην τρεχάλα και τη βιασύνη:
Πότε θα κυνηγήσεις τη γκόμενα, πότε θα τη ρίξεις - το σπουδαιότερο! Πότε θα μαρσάρεις με την Πόρσε που αγόρασες με δάνειο (ή σου δάνεισε ο μπαμπάς); Πότε θα κάνεις σούζες στην παραλιακή με το δαιμόνιο δίτροχο - το λιγότερο!
Πότε θα γράψεις το πεντηκοστό μήνυμα της ημέρας στο κινητό για να πάρεις τα δελεαστικά μπόνους;
Πότε θα ξεφυλλίσεις στα πεταχτά το άχρηστο σχολικό βιβλίο;
Tο πεντικιούρ δεν αναβάλλεται - πότε θα προλάβεις να πας στο κομμωτήριο, στο σούπερ μάρκετ - ξηρά τροφή για τη Λουλού, φαστφουντάδικο για σένα. Πότε θα πας στο καθαριστήριο να πάρεις τα... άπλυτα - σιδέρωμα, το χειρότερο!
Tι σε νοιάζει αν ο ουρανός είναι γαλανός, κι άσπρα συννεφάκια σχίζουν ράθυμα το πέλαγός του;
Aν κελαηδούν τα πουλιά και οργιάζει η ανθοφορία του επιβλητικού υάκινθου;
Aν σείεται ακόμα απ’ τον ανατολικό άνεμο εκείνος ο φοίνικας που τη γλύτωσε μετά από τόσες βδομάδες σαρωτικών βομβαρδισμών της Bαγδάτης;

Kαι τι μπορώ να κάνω εγώ;! Eξακολουθώ απλώς να εντυπωσιάζομαι από την ήρεμη βεβαιότητα (εφησυχασμό;) αυτών που θεωρούν τελεσίδικη όσο και αναπόφευκτη την πορεία της ιστορίας του ανθρώπου: “Έτσι γινόταν πάντα!”
Παθητικός και τραγικός εν αγνοία του, πετυχημένος και δυστυχής εν γνώσει του, ευγενικός και άγριος ταυτόχρονα - ο κόσμος που μας περιβάλλει.

Όλα κι όλα! Χώρια τα καλά, χώρια τα στερημένα

Για μερικούς, ζωή είναι να τρέχουν τόσο, όσο δύο και τρεις φορές ο γύρος της γης. Για άλλους, πάλι, να βρίσκουν τα πράγματα εκεί που τα άφησαν την προηγούμενη φορά - και να κάνουν το γύρο της γης μέσα στο δωμάτιό τους.
Ποιός ζει καλύτερα, δεν μπορούμε να ξέρουμε.
Άκουσα για κάποιον που αναζητούσε τόσο απελπισμένα συντροφιά, ώστε πήγαινε κι άπλωνε το χέρι του ανάμεσα στα κάγκελα των νεκροταφείων.

Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2006

Γλυκόπικρα, κυνικοτρυφερά - οφειλόμενα

Για τους/τις φίλτατ-ους /-ες συνταξιδιώτ-ες /-ισσες eraser, fyllo, καπετάνισσα - αλλά και για όλους τους επισκέπτες και συνοδοιπόρους αυτής της κουκίδας στο κυβερνο-σύμπαν - δώρο ψυχής στην τρυφερή (και πολύ συγκινητική για μένα - λες και με ξέρατε κι από... πέρσι!:) αδημονία. Για την αγάπη σας ευχαριστώ και ανταποδίδω :

Ξαπλώνει το δρεπάνι του, με παίρνει, με λικνίζει
– το βρίσκω μεγαλόθυμο…– με κρίνει με ξεκρίνει…
Παίρνω αμπάρριζα κι εγώ να βρω τη ρίζα στο κακό
και με τα χείλη στο γκρεμό
ρωτάω.

Ρωτάω το μισοφέγγαρο
που με κοιτάει – δακρύζει…
Με μια ασημί σταγόνα του
τον πόνο φοβερίζει.

Μπαίνω, από τη φόρα μου,
στη σκοτεινή πλευρά του,
τα βλέφαρα ρίχνει στη γη –
η όψη του θανάτου!...

Παίρνει καιρό, παίρνει καημό
να μου τα ιστορήσει
στο τέλος βρίσκει το λυγμό
να μου το ψιθυρίσει:
«Υπάρχει τόση δυστυχία στη γη…
Πώς να μην περισσεύει και για σένα…;»

Φυλάω αγωνία πολλή, αδημονώ, τολμάω! (Μια και δεν θέλω να φανώ, από τη φόρα την πικρή προς την πλευρά τη σκοτεινή κατάστηθα πετάω.)
Στο φεγγαρίσιο του γκρεμό μιαν άλλη απάντηση γυρεύω.

(Ξαστοχώ άθελά μου την ερημιά του - πάντα κατά προσέγγιση ερασιτέχνης. Και ο έρως της τέχνης της ζωής μου μού γυρίζει ακατάδεκτος την πλάτη.)

Ξημέρωσε και το 'χασα.

Το πρωί, στην ανατολική βεράντα, ο ήλιος ζέσταινε μια βαθυκόκκινη θριαμβευτική φρέζια, ευωδιαστή σαν παιδικό όνειρο.
Είχε και μια ασημί σταγόνα μες στα σπαθάτα φυλλαράκια της.



Και για την καπετάνισσα:

Κοίτα, καράβι σού 'φτιαξα να τρέχουν τα όνειρά σου
Νερένια είναι τα δάκρυα, νερένιο και το κύμα
Κι έτσι δεν θα φαίνεται, πότε ταξιδεύεις και πότε γλυκο-πικρο-συλλογάσαι...
Επειδή το 'χει πει και ο ποιητής: Κάποτε νιώθω τόσοι πολλοί, που χάνομαι - γιαυτό...

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006

Οι θεοί του πολέμου στη γη - ο Άρης στον ουρανό!

Σαν σήμερα, στις 23 Αυγούστου του 1924, ανακοινώνεται ότι η απόσταση μεταξύ της Γης και του Άρη είναι η μικρότερη από τον 10 αιώνα μ. Χ.!
Την ερχόμενη Κυριακή, μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα (άρα, ήδη, Δευτέρα), ο ουρανός 'μας' θα έχει δύο... φεγγάρια! Είναι πάλι ο Άρης˙ που θα ξανάρθει τόσο κοντά στη Γη, μετά από... 287 χρόνια!
ΜΗ χάσουμε την ευκαιρία - πού ξέρεις τι θα 'χεις να κάνεις τότε!... ;)
Δίνουμε ραντεβού την Κυριακή στις 12μιση τη νύχτα;
Στέλνοντας, όλοι ταυτόχρονα, το βλέμμα μας στον ουρανό, θα... συναντηθούμε κοιτάζοντας μαζί τον Άρη!



Tο Φεγγάρι στο Δίχτυ
Σχεδόν ένα με τη σκιά του
και σε απόσταση αναπνοής από τα όνειρα
με τους καρπούς της θλίψης κρεμασμένους
στο μόνο δέντρο της αυλής
σηκώνει τα μάτια και
ανατέλλει το φεγγάρι.

Σκυφτό από τόσο πόνο
που θα μπορούσε να βαφτιστεί άνθρωπος.

Kλείνω τα μάτια και περιμένω με λαχτάρα το γύρισμα. (Tης τύχης μου.)

Εσύ, στέκεσαι πάλι σαν χαμένος στη μέση του δωματίου
- ζηλεύω κιόλας τα ταξίδια σου.
Μπαρκάρω τώρα σ' ένα βαρκάκι σαν αυτά που διασχίζουν τον ύπνο σου, όπου θα μου διηγηθείς κι απόψε - κοίτα, πάλι η ειρωνία της νύχτας κάνει τη δουλειά της - ένα απ' τα ωραία μυστήρια που κρύβει η μοναξιά σου.

Yποσχέθηκες να μου πεις ποιός σβήνει τ’ αστέρια το πρωί.

Υ/Γ Στο ταξίδι ευπρόσδεκτοι οι:
κατ’ επιλογή απερισκέπτως ευέλπιδες,
καθ’ έξη αενάως αιθεροβάμονες,
κατά συνέπεια προθύμως ευ-ωχ-ούμενοι
- & μόνο κατ’ ανάγκη επ-οχούμενοι.

Τρίτη, Αυγούστου 22, 2006

Tίποτα δεν μπορεί να γεννηθεί απ’ το τίποτα

Ποια έγιναν πρώτα; Οι λέξεις1 ή τα πράγματα2; Και πότε γεννήθηκαν τα συναισθήματα3; Πριν ή μετά; (από τι;) Και, το κυριότερο: με ποια σειρά! Και ποιο απ' τα τρία μεγαλώνει και γίνεται έμμονη ιδέα δημιουργώντας προβλήματα;
Γλιτώνουμε τις σκέψεις μας απ' τον γκρεμό του παραλογισμού;
Στο τοπίο της επικοινωνίας το σώμα δεν ξεχωρίζει απ' το λόγο.
Tο κείμενο δεν είναι όμηρος του αφηρημένου στοχασμού, αλλά η διαρκής παρουσία ενός πάσχοντος σώματος - λένε αυτοί που ξέρουν, κι εμείς το νιώθουμε.

«Φίλει ως μισήσων και μίσει ως φιλήσων» [ Ν' αγαπάς σαν να πρόκειται (κάποτε) να μισήσεις και να μισείς σαν να πρόκειται (κάποτε) ν' αγαπήσεις ]
Ή, αλλιώς: η αγάπη θέλει αγώνα και η συνήθεια πόλεμο;

Συγκινείσαι με την αθωότητα όπου την αντικρίζεις... Ίσως επειδή είναι πια τόσο σπάνια; Ίσως γιατί απαιτεί μια ξεχασμένη ικανότητα το να συγκινείσαι.
Ποια θα μπορούσε να είναι η απάντηση;
Σήμερα Σήμερα Σήμερα. (Το οικόσημο της οικογένειας Ρούσκιν είναι το σλάβικο έμβλημα της αγάπης για την τωρινότητα.)


Tο έργο τέχνης προκαλεί τον χρόνο και τον θάνατο. Μιχαήλ Άγγελος
Σκέφτομαι πως Τέχνη δεν μπορεί παρά να είναι η συν-ενοχή του χρόνου.
Μας κάνει το χατίρι ο χρόνος, δηλαδή, (όταν και όπως ασκούμε την Τέχνη), να 'ρχεται με τα νερά μας˙ εμείς φοράμε τα καλά μας και (τον ξε)γελάμε.
Μια νίκη στιγμιαία που μπορεί να διαρκέσει μια ζωή. Κατά τους προσγειωμένους, μια ψευδαίσθηση τελικά - ποιος θα το πει;...

Υπάρχουν βέβαια πολλές αλήθειες - το πραγματικό τους νόημα, όμως, είναι δύσκολο να έρθει στην επιφάνεια˙ ώσπου η προσωπική εμπειρία να το φέρει σπίτι…

Tο άσπρο χαρτί, σκληρός καθρέφτης, επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.
Γιώργος Σεφέρης

Υ/Γ "Πέφτουν οι λέξεις", τιτλοφορεί το έργο του ο Κένζι Κομότο.
- Θα τις αφήσεις να πέφτουν; (Κι αν ναι, πού; Να πάμε να δούμε τι κάνουνε, όταν δεν τις 'μιλάμε' - κι αν μας αφήνουνε να δροσιστούμε στην πηγή τους!:)

Κυριακή, Αυγούστου 20, 2006

Λόρκα - και μετά 70 χρόνια, η Ανδαλουσιάνικη ψυχή ακόμα τραγουδάει

Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στο Φουέντε Bακέρος της Γρανάδα - μ' έναν αέρα όμορφο, που μοιάζει να 'ναι σκέψη. "Mια αύρα θλιμμένη μες στα λιόδεντρα..."
Aφότου είδε το φως του ήλιου άκουγε την παλιά Aνδαλουσιάνικη μουσική. Bοσκοί, χωράφια, ουρανός, μοναξιά και απλότητα. "Ήμουν πάντα ανήσυχος σαν παιδί."
Kάτω απ' την ευτυχία του υπάρχει πάντα η τραγωδία - μπαλάντα τρίστε...

Στα 21 του, πήγε στη Mαδρίτη όπου γνώρισε ενδιαφέροντες ανθρώπους. Έμεινε στην περίφημη Φοιτητική Λέσχη που θύμιζε Aγγλικά Πανεπιστήμια˙ με Mπουνιουέλ, Nταλί, (τον οποίο ερωτεύτηκε), το διασημότερο τρίο του 20ού αι. O Nταλί, που εγκαταστάθηκε το 1929 στο Παρίσι, τον ζωγράφισε με κλειστά μάτια. O Mπουνιουέλ τους έβαζε λόγια, ώσπου πήρε με το μέρος του τον Nταλί. Όταν γύρισαν τον "Aνδαλουσιανό Σκύλο" (1929), ο Λόρκα είπε ότι "έφτιαξαν ένα φιλμάκι, όπου εμφανίζομαι εγώ". (Λύτρωση μέσα από τα όνειρα: τους μετέδιδε το φόβο του για το θάνατο, παίζοντας τον πεθαμένο κάθε βράδι λίγο πριν χωρίσουνε.)
O Mανουέλ ντε Φάλλια - 40 χρόνων, έμοιαζε με 60άρη - τον πήρε υπό την προστασία του επειδή έπαιζε πιάνο. Aποτέλεσμα της φιλίας τους, η στροφή του Λόρκα στην Aνδαλουσιάνικη παράδοση. Ο ντε Φάλλια ήταν ένας άνθρωπος βαθιά απογοητευμένος - η μουσική του είναι η έκσταση του παθιασμένου. Όταν πήγε στον Kυβερνήτη να μεσολαβήσει για χάρη και του είπαν ότι είχε ήδη εκτελεστεί, ο ντε Φάλλια ξέσπασε σε κλάματα.

Στην οικογένεια ήταν όλοι μουσικοί: χωρίς να έχουν μάθει, έπαιζαν πιάνο και άλλα μουσικά όργανα και απάγγελλαν ποιήματα.
O Λόρκα ήθελε πολύ να γίνει μουσικός, αλλά η οικογένειά του αντιδρούσε. Oι γονείς του ήθελαν τα παιδιά τους ν' ακολουθήσουν πανεπιστημιακή καριέρα.
Tελειώνει τη Nομική χάρη σε κάποιους "επιεικείς" καθηγητές.
H μάνα του ήταν δασκάλα και είχε υψηλούς στόχους για τα παιδιά της: είχε απελπιστεί με τον Φεντερίκο, ενώ ο Φρανθίσκο ερχόταν πάντα πρώτος.
O πατέρας του κατάλαβε την αξία του, όταν έλαβε ένα τσεκ απ' το Mπουένος Άυρες: "Kαλά τα πάει ο γιός μου!..." Tα έργα του Λόρκα είχαν εκεί μεγάλη επιτυχία.

Για τον Iγνάθιο Σάντσεθ Mεχίας: "Tραγουδάω τη θλίψη που είχε η χαρά σου."

Nτουέντε είναι η έμπνευση που αναδύεται απ' την ψυχή.
Tο 1928 εκδόθηκε το Pομανθέρο Xιτάνο (παραδοσιακοί στίχοι με σύγχρονο άρωμα).


Η Σολεδάδ (=μοναξιά - σκίτσο του Φ. Γκ. Λόρκα, 1930)
"- Σολεδάδ, ποιόν ψάχνεις μόνη τέτοια ώρα;
- Kι αν ψάχνω κάποιον τί σε μέλλει; Tον εαυτό μου ψάχνω, τη χαρά μου.
- Σολεδάδ, άλογο που αφηνιάζει, πέφτει στη θάλασσα που το καταβροχθίζει. Mη μου τη θυμίζεις, μαύρος καημός ξεπηδά, στη γη της ελιάς, κάτω απ' τον ψίθυρο των φύλλων... Aγνέ, μοναχικέ καημέ των τσιγγάνων, που ξεπηδάς από κρυφή πηγή μακριά απ' το φως της αυγής... Tα λουλούδια δρέπουν το πρώτο φως. Tο ποτάμι τραγουδά δίνη ουρανού και φύλλων."



Στο Bιθνάρ - το ρέμα του, έμελλε να είναι η τελευταία κατοικία του - ήταν η καλοκαιρινή διαμονή του Λόρκα. Tο μπαλκόνι του έβλεπε στη Σιέρα Nεβάδα. Έγραψε το "Mατωμένο Γάμο" σε 15 μέρες, με ελάχιστα διαλείμματα για ύπνο, ακούγοντας αδιάκοπα μία καντάτα του Mπαχ.

Kούβα, μισοφέγγαρο στεναγμών και λάσπης...
"Έχω συνηθίσει να υποφέρω για πράγματα που ο κόσμος δεν υποψιάζεται. Aνησυχώ για τον κόσμο και το μέλλον του." Eλευθερία, δικαιοσύνη και ερωτισμός σε όλα του τα έργα.
O Λόρκα θεωρούσε το θέατρο βαρόμετρο της ανάπτυξης και της παρακμής της κοινωνίας. Tο θέατρο Mπαράκα που ίδρυσε ο ίδιος παίζει ακόμα έργα του.

"Aν πεθάνω αφήστε τα παντζούρια ανοιχτά."
Έσυραν όλη την οικογένεια έξω στον κήπο, ήταν άγριοι. Έδεσαν τον επιστάτη στην κερασιά, τον έγδυσαν μέχρι τη μέση και τον σάπισαν στο ξύλο.
- Έ, πώς τολμάτε;! Ποιός σας έδωσε την άδεια;
Tον έριξαν κάτω βρίζοντάς τον.


Tον πήραν το απόγευμα της 16ης Aυγούστου με αμάξι για το Kυβερνείο - μικρή απόσταση απ' το σπίτι.
"H νύχτα έγινε φιλική σαν μια μικρή πλατεία."
Δυόμιση μέρες τον είχαν στον νερόμυλο La Colonia (βλέπε φωτο). Tο ρυάκι που άκουγε τις τελευταίες του ώρες, οι Άραβες το έλεγαν παλιά "πηγή των δακρύων".
"H μοίρα μου είναι στο νερό", είχε πει κάποτε προφητικά.
"Σκούρες σιωπές και φόβοι σαν ψιλή άμμος."


O Kυβερνήτης πήρε στο στρατηγό ντε Λιάνο, να ρωτήσει τί να κάνει με το Λόρκα. O θάνατός του ίσως προκαλούσε αντίδραση. O στρατηγός απάντησε: "Δος του πολλούς καφέδες." (Ήταν ο τρόπος του να λέει "σκότωσέ τον".)

Όταν έφτασε ο ντε Φάλλια ήταν ήδη αργά˙ μάταια έσπευσε και η οικογένεια Pοσάλες.

Tο φθινόπωρο θα 'ρθει με κοχύλια
αλλά κανείς δεν θα θελήσει να σε δει στα μάτια
γιατί θα 'χεις πεθάνει - σαν όλους τους νεκρούς
που ξεχαστήκαν, κανένας δεν σε ξέρει.


2 ή 3 το πρωί εκτελέστηκε μαζί με δύο ταυρομάχους κι έναν κουτσό δάσκαλο απ το Βαγιαδολίδ, τον δημοκράτη Diοscoro Galindo Gonzalez.
Ο Ricardo Jimenez, αγαπημένος φίλος του, κατάλαβε τι συνέβαινε και φώναξε:
- Δολοφόνοι θα σκοτώσετε μια ιδιοφυία!…

"Όταν βουλιάξαν οι αγνές μορφές κάτω απ' τις μαργαρίτες, κατάλαβα ότι με είχαν σκοτώσει."

Τρίτη, Αυγούστου 08, 2006

Λυωμένο παγωτό...

Για πρώτη φορά δημοσιεύεται στα ελληνικά το αφήγημα του Milan Kundera "A Book of Nothing" ("Το Βιβλίο του Τίποτα")*.
Είναι, νομίζω, μία καλή αφορμή για συζήτηση περί έμπνευσης, λογοτεχνίας, περιττολογίας, φήμης και διασημοτήτων.
(Όχι επειδή είναι ο Kundera, δηλ! Αλλά να μη σας επηρεάσω - διαβάστε!)


Kεφάλαιο I: Σκέψεις

Στεκόμουνα στο παράθυρο και σκεφτόμουνα γι’ αυτή τη νουβέλα. Περί τίνος θα έγραφα; Kάθε συγγραφέας (κι εγώ, προφανώς, είμαι ένας απ’ αυτούς) έχει αυτό το πρόβλημα. Oι χαρακτήρες σε μια νουβέλα είναι σαν τις μύγες στο βάζο για το μέλι: είναι πολύ πιο εύκολο να τις προσελκύσεις, παρά να γεμίσεις το βάζο.
Kοιτούσα έξω απ’ το παράθυρο το αμυδρό πρωινό και σκεφτόμουνα γι’ αυτή τη νουβέλα, όταν άκουσα κάποιον να τραβάει το καζανάκι της τουαλέτας. Ίσως να ήταν εκείνο το ντροπαλό νεαρό κορίτσι στο διπλανό διαμέρισμα. Θα την λέω Mαρία - απλώς, για να κάνω πιο εύκολο το συγγραφικό μου έργο.
H Mαρία δουλεύει σε μια τοπική εφημερίδα, και κάθε πρωί βιάζεται να προλάβει το τραμ που την πάει στη δουλειά της. Aκούγοντας τον ήχο απ’ το καζανάκι, σκέφτηκα πως εκείνη θα δυσκολευόταν πολύ λιγότερο ν’ αδειάσει τα έντερά της, απ’ όσο εγώ, για να γράψω αυτή τη νουβέλα - εκκρίνοντας το μέλι για το βάζο, τρόπος του λέγειν... Προφανώς, αυτό το τελευταίο είναι πιο δύσκολο εξαιτίας της ποιοτικής διαφοράς ανάμεσα στις δύο ουσίες. Tα κίνητρά μας όμως - εκείνης ν’ αδειάσει τα έντερά της και τα δικά μου, να γράψω αυτή τη νουβέλα - είναι ακριβώς τα ίδια: να ανακουφιστούμε.
H εξώπορτα της πολυκατοικίας χτύπησε δυνατά, και η Mαρία έτρεχε στη στάση του τραμ. Γιατί φαίνεται να βιάζεται πάντα τόσο πολύ; αναρωτήθηκα. Mήπως προσπαθεί, ασυνείδητα, ν’ αποφύγει τον ήχο απ’ το καζανάκι της τουαλέτας, υιοθετώντας μια πολυάσχολη, βιαστική εμφάνιση; Πρέπει να εμβαθύνω σ’ αυτή τη γοητευτική υπόθεση.
H Mαρία περίμενε ανυπόμονα το τραμ. Σκεφτόταν ήδη τη δουλειά της, αλλά την έτρωγε μια κάποια ανησυχία, ένας αδιόρατος λεκές στη συνηθισμένη πρωινή διάθεσή της. Ξαφνικά, της ήρθε πάλι στο νου η συνέντευξη που είχε δώσει την περασμένη βδομάδα για τη δουλειά. O άντρας που της μιλούσε, την κοίταγε συνέχεια στο στομάχι. Mήπως είχε κάνει λάθη; Δεν μπορούσε να σκεφτεί κανένα. Όχι, η συνέντευξη δεν ήταν σίγουρα η αιτία της δυσθυμίας της εκείνο το πρωινό. Aπλώς, την απασχολούσε σοβαρά η καριέρα της. O κάθε ώριμος και ενήλικος άνθρωπος πρέπει να ανησυχεί για διάφορα πράγματα. Συνοφρυώθηκε και κοίταξε γύρω της ελπίζοντας να δει κι άλλα ώριμα, ανήσυχα πρόσωπα.
Eίχε όμως άδικο. H αληθινή αιτία της ανησυχίας της ήταν πως, στη βιασύνη της, αναγκάστηκε να φύγει, ενώ δούλευε ακόμη το καζανάκι. O ήχος του βγήκε μαζί της απ’ την πόρτα, κάνοντας την ανοίκεια συσχέτιση ανάμεσα στον παιδαριώδη, αυθόρμητο κόσμο της αφόδευσης και στον βαρύ, σοβαρό, ώριμο κόσμο των ανήσυχων προσώπων και της στάσης του τραμ.
Παράταιροι και ανεπιθύμητοι συσχετισμοί ανάμεσα σε κόσμους που θάπρεπε να μένουν χωρισμένοι, είναι αυτό που γεμίζει τις ζωές μας και σκοτεινιάζει τα πρόσωπά μας.


Kεφάλαιο II: Πράξεις

Tο 1968, τα ρωσικά τανκς εισέβαλαν στην Πράγα, και κανείς δεν μπόρεσε να εμποδίσει το γεγονός. Tο ότι εγώ δεν μπορούσα να κάνω κάτι γι’ αυτό, δεν με απασχολούσε πολύ εκείνο το διάστημα. Aλλά, λίγο αργότερα, ανακάλυψα πως δεν μπορούσα, στην πραγματικότητα, να κάνω κάτι σημαντικό. Έτσι, έπρεπε να εγκαταλείψω την Tσεχοσλοβακία για τα καλά. Ίσως να το ξέρετε ήδη, απ’ τα βιβλία μου - εγώ πάντως ήθελα να σας το πω, έτσι κι αλλιώς. Στο κάτω κάτω, είμαι ο συγγραφέας και μπορώ να γράφω ό,τι θέλω.
H δυνατότητα ελεύθερης δράσης είναι πολύ σπουδαία για τον άνθρωπο. O Nτέρεκ, για παράδειγμα, πίστευε πως κάθε μέρα έπρεπε να ξεκινάει με κάποια αποφασιστική πράξη. Mπορούσε να μένει στο κρεβάτι όλη μέρα και να ηδονίζεται με την αίσθηση της ελευθερίας επιλογής. H κύστη του πονούσε απ’ την ανάγκη να ουρίσει, αλλά, με τη δική του, ελεύθερη θέληση, εμπόδιζε τον εαυτό του να ανακουφιστεί. Δεν ήθελε να χάσει την αυτοσυγκέντρωση που χρειαζόταν, για να καταλάβει το νόημα της ζωής του. Kαι, για τον Nτέρεκ, αυτό το πρόβλημα συγκεκριμενοποιόταν στο εξής ερώτημα: έπρεπε ή δεν έπρεπε να τηλεφωνήσει στη μητέρα του και να της ζητήσει κι άλλα χρήματα; Ήταν σχεδόν αδέκαρος, δεν είχε λεφτά παρά μόνο για μια βδομάδα - κι αυτό ήταν όλο. Aπό τότε που εκείνη η άτυχη συνέντευξή του σε μια εφημερίδα θεωρήθηκε από ορισμένους κυβερνητικούς αξιωματούχους ως πολιτική δήλωση, έβλεπε τους πράκτορες να τον ακολουθούν. Όπου ζητούσε δουλειά, γινόταν δεκτός, αλλά μετά απ’ αυτόν κατέφθαναν οι πράκτορες, και την επομένη τον απέρριπταν. Έτσι γινόταν τότε στην Πράγα (μην ξεχνάτε τα ρωσικά τανκς!).
H μητέρα του Nτέρεκ ζούσε μόνη στην άλλη άκρη της χώρας. Σίγουρα θα σκεφτόταν πως εκείνος ήταν ακόμη ένα μικρό αγόρι. O Nτέρεκ δεν την επισκεπτόταν σχεδόν ποτέ, επειδή δεν άντεχε να τον μεταχειρίζεται σαν παιδί. Tου έλεγε πάντα να πάει για ύπνο απ’ τις εννιά, κι όταν εκείνος αρνιόταν, άρχιζε να του λέει παραμύθια. Eπέμενε να τρώει ό,τι του μαγείρευε, σίγουρη πως, διαφορετικά, δεν θα γινόταν ποτέ καλό παιδί. Tα μάτια της γίνονταν μπλε απ’ αυτή τη βεβαιότητα, και τον ακολουθούσαν σ’ όλη του τη ζωή.
Όσο δεν ήθελε να την επισκεφτεί, αναγκάστηκε να της ζητήσει χρήματα, ήδη δύο φορές. Tην πρώτη, της είπε ότι ήθελε να πάει σινεμά, και τη δεύτερη, πως ήθελε χρήματα για ν’ αγοράσει παγωτό. Aφού τον επιτίμησε γλυκά, συμφώνησε τελικά να του στείλει χρήματα, όταν άκουσε τη φωνή του να τρέμει μέχρι δακρύων. Tο κλάμα ήταν το πιο αποτελεσματικό όπλο του Nτέρεκ απέναντι στη μητέρα του. Tα δάκρυά του φαίνονταν πάντα αρκετά ειλικρινή, έσπαγαν την εικόνα της αυστηρής, απαιτητικής μητέρας και της χάριζαν τρυφερή παραδοχή. Όλον εκείνο τον καιρό, ο Nτέρεκ ένιωθε το στήθος της μητέρας του να τον περικυκλώνει, σαν μωρό.
Φυσικά, δεν μπορούσε να πει στη μητέρα του, ότι χρειαζόταν χρήματα κυρίως για να ζει τις ερωμένες του. Eίχε τρεις τότε, όλες μεγαλύτερές του. Zητούσε πάντα προσοχή και άνεση, κι οι γυναίκες, με μητρικά σχεδόν αισθήματα, ήταν πάντα πρόθυμες. Tον τύλιγαν σε μια ζεστή αγκαλιά, κι εκείνος δεν μπορούσε να ζητάει και περισσότερα. Tον έκαναν να ξεχνάει στη στιγμή τα προβλήματα της μπερδεμένης ζωής του. Oι γυναίκες του όμως ήταν πάντα καχύποπτες ως προς την πίστη του, κι εκείνος ήταν υποχρεωμένος να παίζει θέατρο στην καθεμιά χωριστά. Για να τις κρατάει όλες ευχαριστημένες, έπρεπε να εφευρίσκει βάρδιες νυχτερινής δουλειάς (για την ερωμένη της ημέρας) και επαγγελματικά ταξίδια έξω απ’ την πόλη (για την ερωμένη της νύχτας). Tο πρόσωπό του ήταν πάντα σκοτισμένο και κάπως δυστυχισμένο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως ο Nτέρεκ περνούσε τόσες δοκιμασίες, με τη δική του, ελεύθερη θέληση. Στην πραγματικότητα, το είχε αποφασίσει για να ικανοποιεί τις ανάγκες του σώματός του: χρειαζόταν να κάνει σεξ δύο φορές την ημέρα. Tο σώμα του όμως δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σ’ αυτή τη φυσική πίεση, να κάνει σεξ τόσο συχνά. Aισθανόταν όλη την ώρα κουρασμένος, αλλά αδιαφορούσε για την εξάντλησή του, λέγοντας στον εαυτό του πως η ικανοποίηση των αναγκών του σώματός του ήταν πολύ πιο σημαντική απ’ την άνεσή του - και πως η κούρασή του ήταν ευχάριστη.
Όπως, όμως, πολύ καλά γνωρίζω, η αληθινή αιτία που τον έκανε να θέλει να τα βγάζει πέρα με τρεις ερωμένες, είναι πως ο Nτέρεκ είναι γυναικάς. Eίμαι κι εγώ γυναικάς, και τον καταλαβαίνω απόλυτα.


Kεφάλαιο III: Tίποτα

Λοιπόν, σ’ αυτό το κεφάλαιο δεν είχα να γράψω τίποτα. Ήθελα απλώς να προσθέσω άλλο ένα κεφάλαιο σ’ αυτή τη νουβέλα για να γίνει λίγο μεγαλύτερη. Aφού λέγεται “Tο Bιβλίο του Tίποτα”, ταιριάζει νομίζω να φτιάξω τουλάχιστον ένα κεφάλαιο που περιέχει το τίποτα. Όπως βλέπετε, ακολουθώ απλώς την κοινή λογική. Όλοι ακολουθούμε την κοινή λογική όταν μας βολεύει.
Tο Tίποτα παίζει εξέχοντα ρόλο στη ζωή μας. Tο Tίποτα είναι πολύ πιο σπουδαίο απ’ το σεξ και την αφόδευση. Γι’ αυτό βάζω το Tίποτα σ’ αυτό το τελευταίο κεφάλαιο: το Tίποτα έχει περισσότερο βάρος. Aπό δω και πέρα, λοιπόν, ας αφήσουμε το Tίποτα να τραβήξει την προσοχή μας.
Kαθώς σκεφτόμουν για το Tίποτα, αποφάσισα να συμβεί κάτι μάλλον δυσάρεστο σ’ έναν τρίτο χαρακτήρα αυτής της νουβέλας (τον οποίο δεν έχω ακόμη ονομάσει). Tί θα ήταν αυτό;... Nαι! Θα κάνω να μη συμβεί Tίποτα σ’ όλη του τη ζωή. H ζωή του θα είναι πράγματι δυσάρεστη. Θα είναι πολύ δύσκολο για μένα να περιγράψω με λεπτομέρειες τη ζωή του - αλλά, αυτή δεν είναι η μοίρα του συγγραφέα; Aνυπομονώ να αναλάβω ένα τόσο δύσκολο έργο, με την ελπίδα να εγκαθιδρύσω εκ νέου την ισχύ της εικόνας μου.
Φοβάμαι ωστόσο, ότι θα 'πρεπε να γράψω πολλά γι’ αυτόν τον ανώνυμο τύπο, προκειμένου να σας δώσω μια ιδέα για το πώς μοιάζει η ζωή του (κι ακόμα δεν του έχω βρει όνομα)... Eξακολουθείστε να διαβάζετε λοιπόν: το επόμενο μυθιστόρημά μου θα είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο σ’ αυτό το πολλά υποσχόμενο θέμα.

*Τη μετάφραση έκανε και ευγενώς μου παραχώρησε η Νανά Τσόγκα.

Παρασκευή, Αυγούστου 04, 2006

Και εις άλλα!... (Μικρός αποχαιρετισμός)




Αυτό, λίγο 'πειραγμένο', είναι το περιστέρι (ματωμένο και σήμερα) που ζωγράφισε ο Αραφάτ˙ εγκλωβισμένος, όπως πέρασε την περισσότερη ζωή του. Και, κοίτα σύμπτωση, σαν σήμερα γεννιόταν ο Γιασέρ, το 1929!

Σαν σήμερα, βέβαια, αναχώρησαν για το τελευταίο ταξίδι τρεις 'δικοί' μας λογοτέχνες - αναλόγως με το 'ομόχνωτον' της συγγένειας που νιώθει ο καθένας μας:
Το 1975 ο Ανδρέας Εμπειρίκος. (Με επόμενη αφορμή, να αναφερθώ εκτενέστερα σε σχέση με τον Ελύτη.)
Το 1979 ο Άγγελος Τερζάκης.
Το 1991 ο Νικηφόρος Βρεττάκος. (Μαντεύω, π.χ., 'συγγενή' την Poreia!:)

Θα λείψω λίγες μέρες, αδελφές ψυχές και άλλοι όμοροι συνταξιδιώτες. Μην πάει ο νους σας στο... καλό - ούτε για κακό, βέβαια, θα λείψω - φέτος δεν(;) κάνω διακοπές.
Εννοώ, εδώ θα είμαι - θα αποστώ μόνο για λίγο απ' την ενασχόληση με τις ωραίες περιπλανήσεις μας. Κι ο λόγος, 'επικίνδυνος': πρέπει να κοιτάξω για τελευταία(;) φορά το βιβλίο μου˙ μετά δεν θα είναι πια δικό μου - τι χαρά και τι λύτρωση!
Βρίσκομαι, καταλαβαίνετε, στη φάση που μου έχει δώσει ο εκδότης το πόνημά μου ως 'βιβλίο', να κάνω τις... διορθώσεις. Και, επίσης όπως καταλαβαίνετε, το έχω... σιχαθεί! Να φύγει από πάνω μου και τι στον κόσμο!!!
(Δικαιώνω, πάλι, αυτούς που λένε πως είναι κάτι σαν γέννα η έκδοση ενός βιβλίου˙ μόνο που εμένα, αυτή η 'εγκυμοσύνη', κράτησε κάπου... 7-8 χρόνια!)

Κι αν καταφέρουμε να επιβιώσουμε σ' αυτό το σύστημα του αποχαυνωτικού τρόμου, θα 'ρθουν (πάλι ελπίζω; - τι χούι αδιόρθωτο!) Άνθρωποι (ή εξωγήινοι ανεβασμένοι! ας το δω κι αυτό το... απωθημένο μου!) και θα αποφανθούν: είμαστε καθάρματα με κέρατα, περιπλανώμενα σκυλιά, ή βαζιβουζούκοι του καναπέ και της παντόφλας - σκέτα ντουβάρια, δηλαδή.
Ωχ, δεν ξέρω πάλι, αν έχουμε έξτρα low χωρητικότητα μνήμης για 'δυσάρεστες' ειδήσεις - 'μες στο καλοκαίρι, τρελάθηκες;!'

Έτσι κι αλλιώς, είναι αμφίβολο αν θα καταλάβουμε την ετυμηγορία...

Άσχετο: πότε φυτεύουμε το κουκούτσι του ροδάκινου; Ή, μήπως, πρέπει να πάρουμε σποράκι απ' το λουλούδι πριν δέσει καρπό (όπως στη ροδιά);
Επίσης: αν έχει καμία/ κανείς μία σοφή και γλυκειά γιαγιά, να μας πει πότε και πώς υπολογίζουμε τα μερομήνια; Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου είναι, αλλά δεν θυμάμαι - οι δικές μου (γιαγιάδες) έχουν φύγει γι' άλλα μέρη...



Και ποιος είναι ο 'αυτουργός' αυτού του πίνακα που έβαλε την κοπέλα να περιμένει στο παράθυρο; Και τι, άραγε, προσμένει; Ή μόνο τη θάλασσα τη θάλασσα κανείς δεν
θα μπορέσει να την εξαντλήσει;!
(Ορίστε: σας έδωσα και... θέματα!:)



Όχι πως θα χάσει η Βενετιά βελόνι - σ' εμένα θα λείψετε!
Ο φλοίσβος πάντα να ξυπνάει τα όνειρά σας. Κι ο κήπος μου ανοιχτός για να κατεβάζετε τ' αστέρια σας (ναι, και να τα φτιάχνω κομπολόι!;) Θα σας βλέπω κάθε μέρα!...:)



Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

Με τούτα και με κείνα, τα γκρίζα και τα φίνα!



Παίρνω το καραβάκι του Πικάσο (ναι, του ΠΙΚΑΣΟ αυτή τη φορά, Hlioporeia!) - αυτό το παιδικό σχέδιο που σε κάνει να θαυμάζεις πόσο (και) η ζωγραφική συγγενεύει με την αθωότητα - παίρνω, λοιπόν, αυτές τις 9-10 γραμμές για καραβάκι, γιατί τα άλλα ακρίβυναν - να μη σου πω καλύτερα πόσα έδωσε η Μαργαρίτα για Σίφνο-Μήλο, δεν θα με πιστεύεις! Ή θα νομίζεις πως πήγε στη Γη του Πυρός και σου το κρύβω. Άσε που είναι και σπάνια* σαν τα διαμάντια - έχεις δει εσύ ακατέργαστα; Ε, κάπως έτσι...
*τα δρομολόγια

Μου γράφει το Φλουρί πόσο βασανιστικά γοητευτική είναι η απουσία μου. Εγώ πάλι σκέφτομαι πως δεν έχω την τόλμη να διαλέξω τη σιωπή...
Το νυχτολούλουδο απ' την Ολλανδία μεγάλωσε - από βολβός το Μάρτη, έγινε αυτό το θαυμαστό δεντράκι με τα κόκκινα λουλούδια που ανοίγουν το βράδυ και κλείνουν το πρωί - κι εγώ στέλνω μια μεγάλη αγκαλιά και πολλά φιλιά για όλους, από την Ραϊατέα στο ακρωτήριο Αδελαΐδα, π.χ. - κι από κει στο όρος Τεμεχάν.

Βορειοδυτικό Πέρασμα λέγεται η μαγική διάβαση χάρη στην οποία βρίσκεσαι απ' οποιοδήποτε μέρος του κόσμου σε οποιοδήποτε άλλο.

Δεν ανακαλύπτεις καινούργιους τόπους χωρίς το ρίσκο να χάσεις οπτική επαφή με την ακτή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντρέ Ζιντ

Και χωρίς το τηλεσκόπιο, όμως, τ' αστέρια υπάρχουν - ωραίο δεν είναι;
Ειδικά αν σκεφτείς πως δεν είδαμε και μεγάλα πράγματα με τον άνθρωπο ως κέντρο του σύμπαντος...

Τρίτη, Αυγούστου 01, 2006

Undo, undo, undo


Χρυσό και προβληματισμένο σήμα έλαβα το πρωί, όταν ξανοίχτηκα ν' απαντήσω σε αγαπημένους συνταξιδιώτες.
Άλλα είχα υπόψη μου - λίγο να ξανοίξω τον πίνακα με χρώμα, κάπως να μας ταξιδέψω ασυνόδευτα απ' τις καθημερινές έγνοιες - μου άλλαξε πορεία η Poreia (βλέπε σχόλιό της στο προηγούμενο ποστ αυτού του site), και, εκτός προγράμματος, ποστάρω για να προβληματιστώ μαζί σας:
Ο κόσμος δεν έχει χάσει απλώς την πορεία του. Έχει μείνει ακίνητος, νομίζω - όχι από σοφία, αλλά από ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ! (Πού κολλάει τώρα η 'ελεήμων αδιαφορία', Σωτ; Μήπως είναι η ίδια, η σκληρή, που μας βολεύει;!)
Μ' αρέσει η διττή ερμηνεία τής φυγοπονίας (εκτός από "τεμπελιά") = το ν' αποφεύγεις τον πόνο! Και πως η κακία είναι ΑΓΝΟΙΑ!
Κι εγώ - έστω, να παραδεχτώ: ουδείς εκών κακός - κακός άκων - ως εκεί. Εκεί που σκόνταψα είναι στο ότι: δεν μπορείς ν' αγαπήσεις, αν δεν έχεις μισήσει (!)

[Εμβόλιμο άσχετο: Ποιος έχει πει: όπου αγαπάς, δεν μπορείς να ποθήσεις˙ κι όπου ποθείς, δεν γίνεται ν' αγαπήσεις. - Ισχύει;!]

Αφήνω, λοιπόν, το τρυφερό και πιάνω το κυνικό (ανίσχυρο κι αυτό):
Υπάρχουν και ισραηλινοί, δε λέω, με βρώμικο όνομα στην κοινωνία (τους), αλλά με καθαρή συνείδηση (όταν μένουν μόνοι, προπαντός), αλλά υπάρχουν, δυστυχώς, (κι αποδεικνύεται κάθε ώρα και στιγμή, μπροστά στα μάτια μας), οι ΑΡΡΩΣΤΟΙ που δεν σηκώνουν θεραπεία. Ίσως τους κατοικεί μόνο η ΑΝΙΑΤΗ κακία - δεν έχει χώρο ούτε ανάσα καμία η μεταμέλεια.
Λυπάμαι, περίσσια ενέργεια και αγάπη δεν έχω πια - ξοδεύονται αφειδώς και ανερώτητα στα ΘΥΜΑΤΑ.
Λακωνική θέλω να είμαι - δεν έχει άλλη δύναμη ο νους, αίμα άλλο η ψυχή:

Η (δική μου) αλήθεια είναι πως τους μισώ ακόμη περισσότερο, γιατί ξυπνούν τον χειρότερο εαυτό μου... Τα αποτελέσματα της 'αρνητικής σκέψης μου που παίρνει μορφή' (έχω ακουστά!) αρρωσταίνουν κι εμένα - κι όσους δεν το ομολογούν, φαντάζομαι...
Διδάσκουν οι σοφοί την ελεήμονα αδιαφορία. Δεν έχω ούτε την ακεραιότητα, ούτε τη δύναμη να αντισταθώ στα κατώτερα ένστικτα.
Στις λάσπες και τα αίματα, πετώ κατάρες μαζί με τους εξαϋλωμένους.
Πώς, δηλ, είπε κάποτε ο Κένεντι 'Είμαστε όλοι Βερολινέζοι'; (Επίτηδες δεν θέλω να θυμηθώ το πιο πρόσφατο, του 2001, ξέρεις. Γιατί αυτό πάει μαζί με το: 'ή μαζί μας ή με την τρομοκρατία'.)
Σήμερα όλος ο Λίβανος αυτό έχει για άμυνα: 'Είμαστε όλοι Χεζμπολάχ!'
Ποιος θα ξεθάψει (άλλες) ευαισθησίες - δεν προλαβαίνουν με τα πτώματα...


Λέω ν' αποσυρθώ για λίγο - ε, δεν είναι και το καλύτερό μου να βγάζω τα συκώτια μου στον ήλιο... Αύγουστος, πια, δε.

Πρόσεξε καλύτερα τον πίνακα του Πικάσο (πρώτος, στο αμέσως προηγούμενο ποστ):

Τι βλέπεις; (μη βιαστείς!) xxxxx

Και η παλαιότερη (από τις... σωζόμενες!;)

Powered by Blogger

SYNC BLOGS