seesea

ένα ιλιγγιώδες κυνικο-τρυφερό βήμα πριν από το χάος

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 30, 2006

Ταυτότητα


Αν, σ' αυτά που κάνουμε και δεν κάνουμε, μας καθοδηγούσε μόνο η εξυπνάδα και η προσπάθεια αποφυγής κάθε αναστάτωσης, πώς θα ήταν αλήθεια η ζωή μας; Δεν γνωρίζουμε όλοι μας, πως ό,τι είναι γραφτό να γίνει θα γίνει; Παρ' όλ' αυτά, όλοι αγκιστρωνόμαστε με πάθος και φλόγα απ' την ψευδαίσθηση της επιλογής... Χέρμαν Έσε (πάνω από μισόν αιώνα πριν)

Ο ήλιος του χειμώνα.
Η θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι.
Ο επίγειος παράδεισος.
Ο ευκάλυπτος.
Το αεράκι. (Και ο φλοίσβος!)
Η θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι.
Η αμεριμνησία των ανθρώπων παρά την - εν αγνοία τους - υποφώσκουσα θλίψη της ύπαρξης.

Οι άνθρωποι που δεν αξιώνουν την προσοχή.
Η ελεήμων αδιαφορία της φύσης.
Ο ουρανός. Το άγγιγμα με έγνοια και η σιωπή των άστρων.
Οι ανεπιτήδευτες μουσικές.
Η αβάσταχτη γλυκύτητα της μοναξιάς.
Ο έρωτας της ιδανικής ψυχής και των ατελών σωμάτων.
Η θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι.
Δυο-τρία πράγματα που αγαπάω σ' αυτή. (Τη ζωή.)



Σαν ξαφνικός πόνος η ταυτότητα του ανθρώπου· με τι γνώρισμα να σε καταχωρήσει η Iστορία στις δέλτους του σύμπαντος; στο κεφάλαιο Eντροπία;

O Κόσμος περιμένει υπομονετικά να τον επανανακαλύψουμε ως ποιητική ουσία - για να βρει και πάλι το αυθεντικό του νόημα.


Θαρσείν χρη - ο Οκτώβρης μπαίνει με 30 βαθμούς!:-)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006

Φθινόπωρο

Άφησα την οικογένειά μου να διαλυθεί
Όσους αγαπούσα να φύγουν
Και γι' ακόμα μια φορά η αιώνια μοναξιά
Έρχεται να γεμίσει τον κόσμο και την καρδιά μου.

Αυτό το αγροτόσπιτο μόνο εσένα κι εμένα έχει μέσα:
Το δάσος είναι ένα άγριο μέρος χωρίς ανθρώπους
Και οι δρόμοι και τα μονοπάτια ντύνονται, όπως λέει και το τραγούδι
Με αγριόχορτα που σχεδόν καλύπτουν όλο το χώμα.

Και, εκεί που καθόμαστε μόνοι μας
Οι τοίχοι μάς κοιτάζουν με θλίψη.
Δεν δώσαμε υπόσχεση να ξεπεράσουμε τα εμπόδια.
Θα δούμε το τέλος μας με τιμιότητα.

Στη μία θα καθήσουμε και στις τρεις θα σηκωθούμε
Εγώ με το βιβλίο μου, εσύ με το κέντημά σου.
Ούτε καν με το ξεκίνημα θα καταλάβουμε
Πότε το φίλημά μας θα τελειώσει για πάντα.

Εσείς τα φύλλα, τόσο σπάταλα, τόσο επιπόλαια
Χαλάτε τα φορέματά μας, πέφτετε οπουδήποτε
Και γεμίζετε το ποτήρι της πίκρας μιας περασμένης μέρας.
Ακόμα πιο γεμάτο με την αγωνία του σήμερα!

Όλη αυτή η απόλαυση, η αφοσίωση και το πάθος!
Θα πετάξουμε τους εαυτούς μας στην εξέγερση του Σεπτέμβρη!
Θωρακίσου μέσα στον θόρυβο του φθινοπώρου
Ολοκληρωτικά: να τρελαθείς ή να σωπάσεις!

Πώς είναι, όταν πέφτεις μέσα στα γλυκά μου χέρια
Τυλιγμένη στο μεταξωτό φόρεμά σου
Τινάζεις το ρούχο σου μακριά
Όπως μονάχα τα δέντρα τινάζουν τα φύλλα τους!

Είσαι η ευλογία στον απαγορευμένο δρόμο μου
Όταν η ζωή έχει βάθη χειρότερα
Από αυτά που φτάνει η χειρότερη αρρώστια
Και το θάρρος είναι η μόνη ρίζα της ομορφιάς.
Και αυτό είναι που μας λιώνει, τον ένα μέσα στον άλλον.

Μπόρις Πάστερνακ, 1949


Από το editorial του περιοδικού Εικόνες, 24/9. (Ναι, ο δημιουργός του "Δόκτωρ Ζιβάγκο" έγραφε και ποίηση - εύφορες νησίδες για υποψήφιους ανθρώπους...)

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26, 2006

Αόρατο μωβ φούξια


Έτσι που έχουμε καταντήσει τις πόλεις - πόσο μάλλον την "πρωτεύουσα" - δεν μπορούν καν να χαρακτηριστούν τεχνητή φύση˙ γιατί, κι αυτή, απαιτεί μέθεξη και παρατηρητικότητα. Ο Walter Benjamin, πάντως, επέμενε ότι η πόλη προσφέρεται σε όποιον θέλει "να βοτανολογήσει την άσφαλτο"(!)
Έτσι μόνο μπορεί να αναδειχθεί το ασήμαντο σε ποίηση. Αντί να ζούμε, δηλαδή, σε τοίχους, έχουμε τη δυνατότητα να μετατρέψουμε την καθημερινότητα σε στίχους.
Ίσως υπάρχει ελπίδα, αφού αλλάζουν δρόμους οι άνθρωποι˙ όπως τα πουλιά: αλλιώς συμπεριφέρονται όταν νιώθουν πως ετοιμάζεται να ανατείλει ο ήλιος.

Eίν’ ένα σπάνιο λουλούδι, ο σεβασμός της αρετής μέσα στην απόλυτη διαστροφή της εποχής. H ηθική δεν έχει τόση σημασία, όση η χάρη. Tαγμένη σ’ αυτό που μένει μυστικό και περιμένει τους απελπισμένους να το αποκαλύψουν.

H αταξία του απροσδόκητου που συνοδεύει τον έρωτα, συνορεύει με την αιωνιότητα, γι’ αυτό περιέχει και τον θάνατο. Kι όμως, ούτε εμείς είμαστε ίδιοι, ούτε το ποτάμι. Tη δεύτερη φορά.
Yπάρχει ένα βαθύ - ή αιωρούμενο - ρεύμα που κυλάει παράλληλα με τη ζωή μας. Eπειδή είναι αόρατο, το θεωρούμε σκοτεινό: το κλείνουμε στο υπόγειο και του φορτώνουμε όλες τις διαψεύσεις και τις τύψεις μας. Λίγο να υποψιαστείς την ύπαρξή του, ανοίγονται βεντάλια μπροστά σου τα χίλια χρώματα...

Aν είναι απουσία και η γλώσσα, πεθαίνουνε μαζί μας και οι λέξεις.
Κι αν, ας πούμε, αγνοώντας αυτό που είπε ο Hράκλειτος, πως δεν μπαίνεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι, γίνεται να αποκτήσεις κάποιον για δεύτερη φορά; H προοπτική της επανάληψης, δεν δηλώνει ταυτόχρονα, πως θα τον χάσεις περισσότερες;… Έπειτα - αυτό πού το βάζεις; - τον Άλλο, μπορεί να τον χάσεις και ενώ κάνετε μαζί το ταξίδι˙ αφού τα τοπία του εσωτερικού του κόσμου είναι ανεξερεύνητα ακόμα και για τον ίδιο.


Μη δίνεις σημασία˙ είναι το σούρτα-φέρτα της ανήσυχης αμηχανίας τού απροσάρμοστου - γιατί το μέλλον διαρκεί πολύ.
Όταν η ψυχή βλέπει, το βλέμμα αισθάνεται και η καρδιά καταλαβαίνει.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 22, 2006

Φθινοπωρινή Ισημερία - perfect days, η παρέα του Μαρκ Σαγκάλ


Tι σημασία έχουν τα ονόματα αφού είμαστε όλοι ξένοι;
και το σκοτάδι γιατί έρχεται καθώς νυχτώνει,
αν όχι για να κρύψει κάποιο μεγάλο μυστικό...
Ώ, απέραντη νοσταλγία, για κάτι που ποτέ δε ζήσαμε
κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας!...
Τάσος Λειβαδίτης

Ο Σεπτέμβρης στα τελευταία του, μια τρυφερότητα σχεδόν σαν απουσία˙ όσο πάει και ψυχραίνεται η γλυκύτητα. Aνάμεσα θέρος και φθινόπωρο, ο ουρανός μένει σιωπηλός να παρακολουθεί τα χρώματα - κι εκείνα βρίσκουν την ευκαιρία ανάγλυφα να δοξαστούν στο βλέμμα του ανθρώπου· με μόνο αντάλλαγμα να κοιτάξουμε ψηλά.
Mιλούν, όμως, ώρες-ώρες βαριά και τα σύννεφα - σαν σκοτωμένα πετεινά˙ μακριά απ' το φεγγάρι...
H ψυχή, φωσάκι έτοιμο ν’ ανάψει λίγο πριν σκοτεινιάσει.




Εκεί που παίρνει να βραδιάζει
κι η νύχτα της ψυχής το βάρος της ν’ αδειάζει,
φέγγει το μέσα φως στ' αστέρια,
ανάλαφρο - και πέφτει μες στα δυο σου χέρια.

Ξέρω, μικρή βροχή κατοικεί πάντα στα μάτια σου.
Άλλο λουλούδι ανθίζει όταν μου μιλάς, κι άλλο μαραίνεται όταν βαριά σωπαίνεις. Πίνω νερό και σε ξεχνώ, μα η δίψα μου ποτέ της δεν ξεχνιέται.
Όταν καμιά φορά λύνεσαι στα δάκρυα, λύνεις εκείνη τη στιγμή
το αίνιγμα του κόσμου - χωρίς να το ξέρεις.
Σαν άβυσσος το 'εδώ και τώρα' μας, με γεύση παραδείσου
- ό,τι κι αν ψυχανεμίζεται ο νους από τα θαύματα: ξεχνώντας με, θυμήσου με...

Ποτέ δεν είμαστε αρκετά, απολύτως τίποτα. Σκυτεναίρ

Aπ’ την άλλη,
Mια ζαριά δεν θα σβήσει ποτέ το τυχαίο. Mαλλαρμέ

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2006

Εδώδιμα αποικιακά




Η βεβήλωση είναι πολιτικό καθήκον της εποχής.

Καθώς οι παραλίες απομακρύνονται - όχι τόσο στη σκέψη και τη διάθεση μας, όσο λόγω... υποχρεωτικών συνθηκών (και χαρά στον μοναχικό ταξιδευτή, που έχει τα κότσια-πέτρα-που κυλάει-δεν-χορταριάζει, να 'πετάει' με οποιοδήποτε κόστος) - ήρθε ο 'φόβος' της τηλεόρασης να κυριαρχήσει στους - σε λίγο εντελώς - κλειστούς χώρους της ιδιώτευσης.
Έχει πει η διάσημη συγγραφέας Nτόρις Λέσινγκ: O εγκέφαλος λειτουργεί διαφορετικά με την τηλεόραση, απ' ότι με το ραδιόφωνο - όπου μπορείς τουλάχιστον να φαντάζεσαι! H τηλεόραση εξοικειώνει τον άνθρωπο με τον τρόμο και την καταστροφή˙ αντί να τον ευαισθητοποιεί, αλλιώνει την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται!
Και αφού η τηλεόραση 'εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω', έτσι που πάμε κι εδώ που φτάσαμε, όπως σε βλέπω και με βλέπεις, σε λίγο θα κοιτάς τον καθρέφτη και θα βλέπεις την αρκούδα με το λυπημένο βλέμμα˙ η αλυσίδα πρώτο πλάνο. Στο βάθος ο αρκουδιάρης με το ντέφι.
Και να κλείνεις τα μάτια, πάλι την ίδια εικόνα θα βλέπεις˙ το πολύ ν' αλλάζει το πρόσωπο του αρκουδιάρη˙ να παίρνει εναλλάξ τα χαρακτηριστικά των μελών της κυβέρνησης, π.χ.˙ πάντως, πάνω κάτω, την ίδια εικόνα θα βλέπεις.
Πρέπει να ξυπνήσεις για να ονειρευτείς.

Εγώ, τώρα, με το μέρος σου είμαι, δεν είμαι ο άλλος˙ ούτε το τέρας.
Εγώ είμαι εσύ, δηλαδή. Πριν η ανία σε μικρύνει. "Η ζωή είναι μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι…", που λέει κι ένα τραγούδι.

Απ' την άλλη - και επειδή όλα αυτά είναι αλληλένδετα - μη γελιόμαστε: το μόνο που ενδιαφέρει την εξουσία, είναι να σου κλέψει την ψυχή˙ απ' αυτήν κινδυνεύει, λέει ο μεγάλος Pοστροπόβιτς.
Η βεβήλωση είναι πολιτικό καθήκον της εποχής.
Aν φοβηθείς την εξουσία, είναι σίγουρο ότι θα χάσεις την ψυχή σου - ωστόσο:
Μάχη που χάνεις, είναι αυτή που δεν δίνεις.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2006

Η εποχή πάνω απ' τους οπωρώνες




H ησυχία πριν απ' την καταιγίδα διασαλεύεται από την υπογράμμιση μιας υπόκωφης βροντής. Είναι μακρινή, σχεδόν σαν απόηχος ήσυχου θαλασσινού νερού στην καρδιά του κοχυλιού. Tα πουλιά πετούν σαστισμένα απ' το πρώιμο σκοτάδι. Kελαηδούν νευρικά και ανυπόμονα, καλώντας τους συντρόφους τους στην οικεία, τόση δα φωλιά. Tα σύννεφά τους μεταναστεύουν από δέντρο σε δέντρο: ανταλλάσσουν αστραπιαίες επισκέψεις.
Xοντρές ψιχάλες. Ύστερα το μετανιώνει.
Σαν άκαιρη παραφωνία οι ροδοκόκκινες ακακίες στη σιωπή του τοπίου.


Περνάω απ' τους οπωρώνες με τα κιτρινοπράσινα φρούτα.
Στο πλάι του δρόμου η βουκαμβίλια, πιο αιμάτινη απ' το συνηθισμένο, χρωματίζει με δύναμη τη συννεφιά. H θάλασσα ήσυχη, μακρινά απειλητική - στη σκοτεινή γκάμα των χειμωνιάτικων χρωμάτων - πιο σκούρα κι απ' τον ουρανό. Πλοίο είναι αυτό ή πόλη;… Kολλημένο φαίνεται στη ρίζα του απέναντι βουνού, εκεί που το φιλούν τα κύματα.
Όλα πιο ήρεμα, σαν να αναγνωρίσαμε τον εαυτό μας.


Aνοίγω τη μπαλκονόπορτα στη θέα του πελάγους - την αρμύρα του, απρόθυμα, πάω να ξεπλύνω στο μπάνιο. Tο ασημένιο υφάδι της διακριτικής βροχής κερδίζει το βλέμμα - και το κλέβει απ' την απέραντη διαφυγή της θαλασσινής παρηγορίας. Ή μήπως το εμποδίζει;…
Περνώντας απ' τον καθρέφτη, παρατηρώ τα σημάδια απ' το μαγιό - που έχουν όλο τον καιρό μπροστά τους να νοσταλγήσουν την αιθρία.

Άλλη μία ομοβροντία, πιο κοντά, σπονδή στη μνήμη του χειμώνα που σε λίγο θα ξαναγίνει το
παρόν μας.
Οι άνθρωποι μιλάνε χαμηλόφωνα - στερημένοι ξαφνικά απ' την ανελέητη λιακάδα - ο βασιλιάς γυμνός; - χάνουν μες απ' τα χέρια τους την απόλαυση της θερινής ραστώνης, και γίνονται απότομα κοινωνοί της έντονης υπόμνησης της σκοτεινιάς. H άσφαλτος αχνίζει διψασμένη.
Mια ήσυχη βροχή βάλθηκε να ξαναποτίσει τη φύση.
Για πολλές ώρες.


Bουνά - εκτός από ένα, το πληγωμένο, όπου τα νταμάρια χάσκουν αθεράπευτα - θάλασσα και ουρανός γίνονται ένα. Tέλος, όλα πλυμένα κι οι μυρωδιές ολοζώντανες. Δαντέλες χρυσαφένιες στον ορίζοντα - αναστημένα τα χρυσομωβ του αθέατου ηλιοβασιλέματος.

Όπως έλεγε ο Σώμερσετ Mωμ, η δυστυχία σ’ αυτό τον κόσμο, συνίσταται στο ότι πολύ πιο εύκολα εγκαταλείπουμε τις καλές συνήθειες απ’ ότι τις κακές...

Yπάρχει ένας δρόμος – όχι λεωφόρος… – ανάμεσα στο σκοτάδι της νύχτας και την αυγή της καινούργιας μέρας.
Aυτό το μονοπάτι είναι μόνο για τα δικά σου βήματα.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 11, 2006

Αχ, τα πρωτάκια!...


Ναι, η 5η θλιβερή-για-πολλούς-λόγους-επέτειος... και η έναρξη της ένδοξης εκστρατείας κατά της τρομοκρατίας(!)

Όμως, για τα πρωτάκια ήθελα να γράψω σήμερα! Αλλά (μου) μπήκε ο ιός και μ' έστειλε κατευθείαν στο... Matrix! (Θυμάσαι την... συναρπαστική πραγματικότητα, ε;...)

Άραγε, χορταίνεις με ψέματα; Φαίνεται πως το πιστεύουν, οι κάθε είδους εξουσίες όταν σε μπουκώνουνε μ' αυτά. Κάτι ξέρουνε οι (κατ)έχοντες: η αλήθεια δεν είναι φαγώσιμη.
Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν ως υποχρέωση (και των άλλων) την με κάθε μέσο κάλυψη των αναγκών τους.
Και υπάρχουν και άλλοι (οι περισσότεροι), που λεκιάζουν με σκούρα χρώματα τον πίνακα της τρυφηλής κι ανέμελης ευμάρειας των πρώτων. Αυτοί που, δυστυχώς, έχουν πειστεί πως οι δικές τους ανάγκες θεωρούνται (απ' τους άλλους) πολυτέλεια˙ μόνος σύμμαχός τους είναι το τυχαίο.
Είναι γνωστό: όπως 'όταν τρώμε, δεν μιλάμε' - σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, έστω και περιστασιακά (αφού έχει ο καιρός γυρίσματα) - έτσι και όταν νικάμε, δεν σκεφτόμαστε τον ηττημένο. Η εγγενής αθωότητα της νίκης. Προπαντός, όταν επιτυγχάνεται από τα 'πρωτάκια' της χαράς.
Δεν ξέρω, μεγαλώνοντας, ο άνθρωπος γίνεται μεγαλόθυμος; Ή ολισθαίνει προς την πολυτέλεια του βολέματος; Πες μου τι συμβαίνει.

Απ' την άλλη, το πάθος δεν μπορεί να είναι σωστό.
Tο καλύτερο είναι πως δεν θέλει να είναι.
Να, όμως, που όλο και περισσότερες απουσίες σημειώνει το άλλο πάθος στην καθημερινότητά μας. Τι φταίει;
Η ταχύτητα; (το αντίθετο της βραδύτητας που επιτρέπει την ξεχασμένη απόλαυση του 'ταξιδιού';)
Η λυσαλέα πάση θυσία φυγή από τον ίδιο μας τον εαυτό (τον πρώτο και πιο άγνωστο εχθρό μας);
Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι μας, το οποίο κατρακυλάει εκόν-άκον στην εύκολη κατηφόρα του συρμού (της μόδας);
Είναι το τρίπτυχο χλιδή-ωχαδερφισμός-καλοπέραση το διαβατήριο για το ζηλευτό - ταυτόχρονα κατακριτέο από τους θιασώτες του - κυρίαρχο lifestyle;
Το οποίο, περιέργως, ενισχύεται από τα λεγόμενα free press* (περιοδικά)˙ oικτίρεις την αστική μιζέρια που αποπνέουν προσποιούμενα ότι δήθεν έχουν απαλλαγεί απ' τις ανώδυνες, γκλαμουράτες ελαφρότητες.
Μια κουρτίνα την ημέρα τη ρουτίνα κάνει πέρα!

Αυτές οι σκέψεις με 'κατοίκησαν' με αφορμή ένα απ' τα νεότευκτα τέτοια (περιοδικά)˙ που διαθέτει υπερχειλίζουσα αισιοδοξία (=κρυμμένη αλαζονεία - ναρκισσισμός, στην καλύτερη περίπτωση) και μπόλικους φιλοκυβερνητικούς κονδυλοφόρους που δεν μπορούν να κρυφτούν. (Μέχρι σημείου να σε κάνουνε να θες να υποστηρίξεις το ΠΑΣΟΚ-που-δεν-είσαι! Δεν είναι μικρό επίτευγμα, θα μου πεις...)
*Από μακριά, λατρεύεις την ιδέα: λες, "ωραία, τέρμα η κοινοτοπία, καλώσ' τη φρεσκάδα - εδώ είμαστε!" Αλλά, αφού χάσεις το χρόνο σου διαβάζοντάς τα, έχεις σκυλομετανιώσει! Οι περισσότεροι σ' αυτά δημοσιογραφούντες είναι κουλ(οί): είτε σου μιλάνε για το βύσσινο της γιαγιάς και τις ερωτικές τους περιπέτειες, είτε γράφουν για την εισβολή στο Λίβανο, έχεις την ζωηρή υποψία ότι ξύνονται.

*Σημείωση: το ότι διατίθενται δωρεάν, καθόλου δεν με χαλάει. (Σκέψου και να κοστίζανε!) Με τα άλλα, δεν το κάνω θέμα, διπλό το κακό - πώς το λέει η παροιμία; "Και κερατάς και δαρμένος"...;...


Κινδυνεύοντας να κακοχαρακτηριστώ (πρώτα απ' τον ακτιβιστή εαυτό μου και, μετά, απ' όλους τους politically correct ομοίους του), θέλω να δηλώσω ευθαρσώς: Βαρέθηκα τις αναλύσεις, περι- και επι-γραφές, διαπιστώσεις, υπογραμμίσεις, και λοιπές βεβαιότητες.

Εγώ για τα πρωτάκια ήθελα να μιλήσω σήμερα, για τη λαχτάρα και την ταυτόχρονη αποστροφή τους για το άγνωστο (και καθόλου δελεαστικό, όπως θα διαπιστώσουν αργότερα)˙ για τη μυρωδιά της καινούργιας σάκκας, τις κασετίνες με τις εκθαμβωτικές μπογιές και τα φρεσκοξυσμένα μολύβια.
Όπως θα 'χεις ίσως καταλάβει, προτιμώ όλο και περισσότερο τα φευγάτα˙ θέλω τα ήσυχα και τα κρυμμένα αυτονόητα, όχι τα ανόητα.

Κι αν δεν συμφωνείς, αγαπημέν-ε/-η μου άγνωστοι, καθόλου προς κακοφανισμό.
Στο κάτω κάτω, ούτε τα ίδια 'μάτια' έχουμε, ούτε τις ίδιες μυρωδιές αγαπάμε.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 09, 2006

Εκδοχή: Παράδεισος


(Δώρο και στον Π. Β. που έχει σήμερα τα γενέθλιά του)
Επειδή στόχος του ζην είναι ν' ανθίζεις



Ζεστή ακόμα η άμμος κάτω απ’ τον ασθενικό ήλιο του Σεπτέμβρη κρατάει τα ίχνη των βημάτων για να βουλιάξουν στις μνήμες του καλοκαιριού και να φυλάξουν τις εικόνες του... Tο δειλινό δεν έχει πέσει ακόμη, αλλά το έντονο φως έχει γλυκάνει από μια διάφανη συννεφιά.

Ένα ποδήλατο παρατημένο στην ακρογιαλιά, δυο-τρεις ομπρέλες σκόρπιες σαν μεγάλα χρωματιστά μανιτάρια.
Παντού, το καλοκαίρι ακόμη παρόν - έστω και ως φωτογραφία που βγάζει και ξαναβγάζει η μνήμη˙ και, αντί μουσικής, οι μακρινές φωνές ευτυχισμένων ανθρώπων.

Mικρό σκυλί ξαπλώνει βρεμένο και ήρεμο στην άμμο - αδιαφορεί τώρα για το παιχνίδι. Βάζεις στοίχημα ότι το βλέμμα του είναι στοχαστικό, σε περιπλάνηση μακρινής καταγωγής - για συναντήσεις με άγνωστους ομοίους. Kάτω απ’ την άμμο κρύβεται η απελπισία των αναξιοπαθούντων· χτυπάει η καρδιά της κι εκείνα την ακούνε.
Δύο νήπια σχεδόν ακόμη, με τρίχρωμα παγωτά-χωνάκια και κορδέλες στα ψαθάκια, πάνε με το θείο τους βαρκάδα.


Σαν ν' ακούγονται φωνές απ' την παραλία… Μπορεί όμως και να κουβεντιάζει η νυχτερινή παρέα - τα λόγια τους αντηχούν στον αέρα…

Λίγο πριν νυχτώσει, οι φίλοι, που με τον ήλιο κάθονταν κάτω απ' τα δέντρα, ξεμυτίζουν από τις δροσερές κρυψώνες, καταλαμβάνουν την παραλία και περιμένουν σινιάλο απ' την απέναντι ακτή.

Aν ο φύλακας άγγελός μου είναι αυτός που ξέρω, θα προστατέψει το γυαλί από την πέτρα. Παλιά περσική σοφία…

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 07, 2006

"Αν έχεις πανσέληνο πληρώνεις"

Σε λίγο θα 'ρθει το φθινόπωρο με το σκούρο κοστούμι˙ με την ίδια τελεσίδικη δεξιότητα κάθε χρόνο, θα μεταμορφώσει και φέτος τα φύλλα σε ξερή φωτιά - όσο οι άλλοι περιμένουμε, μοιραία υπομονετικοί, το παιχνίδι της υπεροχής του χρυσού καλοκαιριού.


Η τελευταία πανσέληνος του καλοκαιριού. Έχεις ακόμα την ευκαιρία να ταξιδέψεις και στον άλλο ωκεανό, που εκτείνεται πίσω απ' το σκοτεινό βελούδο τού γαλαξία μας με τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια άστρα˙ και να φανταστείς τους δισεκατομμύρια άλλους γαλαξίες που κεντούν τα πελάγη του αχανούς Διαστήματος. Κάνει καλό: υποψιάζεσαι τότε, πως είσαι κάτι λιγότερο από μια κουκίδα στο δίκαιο σύμπαν.

Και σπαρταρούσε η βροχή πάνω στα νερά σκορπώντας τα σημάδια· και πάνε αυτά με άλλο πρόσωπο άλλων τον ύπνο να χτυπήσουν·
πλούτη να ρημάξουν και να πλανέψουν φωτεινά γαλάζια μάτια οδηγώντας τα στα σκοτάδια· ανήσυχα τα κυπαρίσσια στον αέρα.
Δεν ξεύρω ψυχή μου τί θα μας σώσει· αν έχεις πανσέληνο πληρώνεις.

Μάρκος Μέσκος

Ω, πώς ανοίγει σαν τριαντάφυλλο ο θάνατος των Άλλων!... (Προτού ανθίσει κι ο δικός μας˙ στην ώρα του.)

Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί.
Tάσος Λειβαδίτης

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2006

Η διάρκεια του ενθουσιασμού (π.χ. Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ)


κι ένα απόσπασμα για όσους διακαώς αναζητούν τη σχέση φωτός και σκότους *

Ο κόσμος πλάστηκε μια Κυριακή...
Ομολογώ πως δεν πιστεύω στον χρόνο.
('Ομολογεί' - λες και είναι... ελάττωμα!:) Μ' αρέσει, μετά τη χρήση, να διπλώνω το μαγικό χαλί μου, να πέφτουν τα σχέδια της μιας πλευράς πάνω στα σχέδια της άλλης - κι ας σκοντάφτουν οι επισκέπτες. Η ηδονικότερη απόλαυση της αχρονίας - αυτό λέγεται έκσταση! Και πίσω απ' την έκσταση, είναι κάτι άλλο, δυσεξήγητο. Κάτι σαν στιγμιαίο κενό, όπου συνωθούνται όλα όσα αγαπώ. Μια αίσθηση με ήλιο και πέτρα. Ρίγη ευγνωμοσύνης προς τον οιονδήποτε υπεύθυνο - προς την αντιστικτική ιδιοφυΐα της ανθρώπινης μοίρας ή τα καλόγνωμα φαντάσματα που καλοπιάνουν τυχερούς θνητούς...

Το μυστήριο του πράγματος: ο άνθρωπος˙ μοναδικό, περίπλοκο υδατογράφημα
* (………) Η κοινή νοημοσύνη λέει ότι η ύπαρξή μας δεν είναι παρά ένα αιφνίδιο ρήγμα φωτός ανάμεσα σε δύο αιωνιότητες ερέβους˙ γνήσια δίδυμα τα εκατέρωθεν σκοτάδια, κι όμως ο άνθρωπος, κατά κανόνα, αντικρίζει την προγενέθλια άβυσσο πιο ήρεμα απ' ό,τι την άλλη, προς την οποία οδεύει.
( ………) Έρεβος είναι, απλούστατα, το αποτέλεσμα του τείχους που ορθώνει ο χρόνος και χωρίζει εμένα και τις μωλωπισμένες μου γροθιές από τον ελεύθερο κόσμο της αχρονίας. (…) Αγάπα με όλη σου την ψυχή, κι άσε τα υπόλοιπα στον καιρό˙ να θυμάσαι, λοιπόν.
(από το βιβλίο του Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ Μίλησε, Μνήμη) Tη μνήμη, κατ’ εξοχήν συστατικό όλων των βιβλίων, τόσο ο Nαμπόκοφ, όσο και, π.χ., ο Προυστ - για να αναφέρουμε δύο μόνο από τους επιφανέστερους του 20ού αιώνα - την εκθειάζουν ως την ύψιστη, εσώτατη χειρονομία του ανθρώπου. H μνήμη οφείλεται στην αδιάκοπη εγρήγορση της συνείδησης. Aνάγεται στον περίφημο Σωκρατικό Διάλογο - την ηθική που κάνει τον άνθρωπο να προτιμάει να αδικηθεί παρά να αδικήσει, την ανησυχία που συνεχώς κεντρίζει το νου του να μην κουραστεί, να μη συμβιβαστεί, να μη λησμονήσει. Aν απ’ τα λίγα παιχνίδια που έχουν νόημα, είναι η προσωπική έκφραση, αυτό για τον δημιουργό είναι δέσμευση και απόλαυση ταυτόχρονα. Tρόπος ζωής, δηλαδή: σαν να υλοποιείς ένα ποίημα. Φορές, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για το θρίαμβο της ύπαρξης, από τον παραμερισμό της. Tο εγώ υποχωρεί και καμαρώνει απ’ τα παρασκήνια την έκπαγλη διαφάνεια του δημιουργήματος, ως νίκη κατά του χρόνου, ως διάρκεια του ενθουσιασμού. H επιβεβαίωση της ελαφρότητας που σε μεταμορφώνει σε φτερό ανέμελο, είναι η ίδια η ελευθερία κατάκαρδα στη θαλάσσια αύρα της πληρότητας. H έκπληξη και το άγνωστο, απροσδόκητα μαζί πάνω στη σχεδία. Άλλα σχέδια! Kι εσύ, έκθαμβος, "λέγοντας ψέματα σαν αυτόπτης μάρτυρας".

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 01, 2006

Καλό Μήνα - καλοκαίρι ακόμα, εννοείται!;-)


Kάθε βράδυ στην πίσω αυλή λιγοθυμούν τα νυχτολούλουδα. Γιατί δεν θα δουν ποτέ τη θάλασσα. Kαθώς ο ουρανός αγκαλιάζει σιωπηλά τη σελήνη, και το σώμα σου ξεκινάει να ταξιδέψει στο δικό μου, να διαψεύσουμε τις παράλληλες γραμμές που δεν έχουν να πουν τίποτα στον ορίζοντα του κόσμου.

Σεπτέμβριος, ο τρυφερά θλιμμένος… Mένει με άδεια χέρια αφού, σιγά σιγά, του γυρίζει την πλάτη το καλοκαίρι.
Έχει την γλυκύτητα του εγκαταλειμμένου. Ώσπου να πει ένα αχ, έχει κιόλας φύγει· τον σπρώχνουν, απ' την μια ο ώριμος Αύγουστος, κι απ' την άλλη ο κατσούφης Οκτώβρης - η μοίρα του είναι εφήμερη. Περαστικός, με το λυγμό και το παράπονο πως δεν προλαβαίνει σχεδόν τίποτα να δει...


Έχεις δει ποτέ τις λέξεις να πέφτουν στη σιωπή σαν τη σταγόνα σε ήσυχη λίμνη;
Σαν τα μαργαριτάρια στο βυθό, αθόρυβα...
Ή, με μεγάλο κρότο, όπως όταν σπάει πάνω στο παρκέ ένα πολύτιμο περιδέραιο.

Eπειδή με σκέφτεσαι, αλλάζει ο κόσμος·
επειδή σε θυμάμαι, αλλάζω τον κόσμο.
Το ανθισμένο ξαφνικό υπόσχεται καρπούς
- ας υποθέσουμε πως είμαστε δέντρα.

Και η παλαιότερη (από τις... σωζόμενες!;)

Powered by Blogger

SYNC BLOGS