seesea

ένα ιλιγγιώδες κυνικο-τρυφερό βήμα πριν από το χάος

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

Με το αίμα της ψυχής - Τάσος Λειβαδίτης


Ή, πώς με τα απλά λόγια να ζωγραφίζεις τα μεγάλα νοήματα

Ο Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης, υστερότοκος γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, έζησε 66 χρόνια ανάμεσα σε λάβαρα και ανα(σ)τάσεις, διώξεις, εξορίες και εξεγέρσεις - όμως
Κάθε στιγμή αμήχανος κι αδέξιος, σαν μόλις να ερχόμουν από μιαν άλλη ζωή
απ' τις 20 Απριλίου (Ανάσταση) του 1922 ως την προτελευταία μέρα του Οκτώβρη πριν από 18 χρόνια (ξημερώματα Κυριακής, 30/10/1988).

O κόσμος είναι ένα παιχνίδι˙ κι ας πούμε ότι κέρδισες, τι θα βγει;
Θυμήσου καλύτερα τότε πού ήμασταν παιδιά και μας ήταν όλα άγνωστα μα τόσο οικεία,
θυμήσου τον γλυκύ Σεπτέμβρη με το απόμακρο άρωμα των κήπων
ή το αφηρημένο ξεφύλλισμα ενός σχολικού βιβλίου.

Εκτός απ' τη Μακρόνησο - μετά τον Αη Στράτη και τις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα - ο ποιητής "γνώρισε" κι άλλες πλευρές του ανελεύθερου Παράλογου: Το Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου* θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κα­τασχέθηκε. Ο ίδιος ο ποιητής μάλιστα πέρασε από δίκη. Τελικά το δικαστήριο τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών(!)
*γι' αυτή τη συλλογή, τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας.

Kαμιά φορά, οι μενεξέδες ενός χαμένου παραδείσου
ευωδιάζουν μες στον ύπνο μας,
κι ύστερα είμαστε άρρωστοι για μέρες˙
παιδικές αμαρτίες του μεσημεριού που τις εξάγνιζαν οι τρόμοι της νύχτας
ή το ανομολόγητο πού έδινε κάποτε στις χειρονομίες μας κάτι απ' το άγνωστο
θυελλώδη συμβάντα του δειλινού μέσα στο σπίτι
ενώ έξω απλώς βράδιαζε.
Ώσπου μια νύχτα, ένας διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
Πού έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δεν θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες, τρέμει μες στο τραγούδι.
Στέκεσαι στο παράθυρο κι ακούς σαν μαγεμένος.
Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου, το τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται.
Ησυχία…
Tώρα τι θα κάνεις;
Η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο.
Η θλίψη, πιο δίκαιο.

Ποιητικές Συλλογές
Μάχη στην άκρη της νύχτας, 1952 - Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας, 1952 - Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, 1953 - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 1956 - Συμφωνία αρ. 1, 1957 - Οι γυναίκες με τ' αλογίσια μάτια, 1958 - Καντάτα, 1960 - 25η ραψωδία της Οδύσσειας, 1963 - Οι τελευταίοι, 1966 - Νυχτερινός επισκέπτης, 1972 - Σκοτεινή πράξη, 1974 - Οι τρεις, 1975 - Ο διάβολος με το κηροπήγιο, 1975 - Βιολί για μονόχειρα, 1977 - Ανακάλυψη, 1978 - Ποιήματα (1958-1963), 1978 - Εγχειρίδιο ευθανασίας, 1979 - Ο τυφλός με το λύχνο, 1983 - Βιολέτες για μια εποχή, 1985 - Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, 1987 - Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990 (Εκδόθηκε μετά το θάνατο του ποιητή).


Για όσους (δεν το γνωρίζουν και) νοιάζονται να το αναζητήσουν, όλο το έργο του Τάσου Λειβαδίτη κυκλοφορεί σε τρεις τόμους από τις εκδόσεις Κέδρος.

(Κατά τ' άλλα, εμείς οι υπόλοιποι, ενώ είχαμε)

Εκλογή

Περάσαμε μια ήσυχη ζωή, αξιοπρεπή και στερημένη - ενώ σ' αυτό το μέγα σφάλμα που αποφύγαμε, ίσως εκεί να βρίσκονταν τα ρόδα που κάθε βράδυ τον ύπνο μας πολιορκούνε.


Γι' αυτό, μην ξεχνάς: Το μυστήριο μας γνωρίζει και ας μην το θυμόμαστε.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006

Άνω θρώσκω


Mαζί, μέσα στη νύχτα, περπατούν ο μαθητής και ο δάσκαλος, ο οποίος κρατάει ένα φανάρι που δείχνει το δρόμο.
- Δάσκαλε, ρωτάει ο μαθητής, είναι αλήθεια πως μπορείς να βλέπεις στο σκοτάδι;
- Nαι, αλήθεια είναι, απαντά ο δάσκαλος.
- Tότε, προς τί το φανάρι;
- Για να μην πέφτουν επάνω μου οι άλλοι.

Όταν έφυγα απ' τα παιδικά μου χρόνια, κρατούσα ένα γράμμα που δεν έμαθα ακόμα πού πρέπει να το πάω...
Και για κακή μου τύχη, οι άνθρωποι που αγάπησα, ήταν κι αυτοί θνητοί.

Σκοτεινή νύχτα απόψε· τί θα συμβεί; Oύτ' ένα άστρο· τα πλοία ακίνητα. Έσβησα τη λάμπα και περίμενα. Προσδοκίες αιώνων...
Tο πρωί, ένα πουλί κάθισε στο αντικρινό δέντρο και κάτι σφύριξε· αν καταλάβαινα τι ήθελε να μου πει, ίσως να είχα βρει το νόημα του κόσμου.
Τάσος Λειβαδίτης

Ό,τι είναι πιο γρήγορο απ' το φως, είναι το μέλλον μας· το αργό φως.

Kαι τώρα ακόμη, σαν ακουμπάς στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου, ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο έχει τριφτεί, κι αναζητάς τη λόγχη που θα τρυπήσει την καρδιά σου για να την ανοίξει στο φως... Γιώργος Σεφέρης

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006

Κι από κάμπια, πεταλούδα - ξεθαρρεύοντας!


Eίδα μια εικόνα - και δεν έχω χίλιες λέξεις για να την αντικαταστήσω, αλλά θα προσπαθήσω με όποιες μου βρίσκονται πρόχειρες: μετά τον βομβαρδισμό του Στάλινγκραντ, ένας Pώσος προσπαθεί - περίφροντις, σαν να χειρίζεται ένα θαύμα - να περισώσει το βιολοντσέλο του απ’ την καταστροφή, με φόντο το φλεγόμενο ακόμα κτίριο - και το Παράλογο του πολέμου: ο άνθρωπος δεν χάνει ευκαιρία να υπογραμμίζει με τα έργα του την αποτυχία του πολιτισμού του.
Tο φιλμ δεν ήταν έγχρωμο, αλλά θυμάμαι πολύ καλά άσπρες και κίτρινες μαργαρίτες καταγής, ανθισμένες από μιαν αλλόκοτη άνοιξη. Aπούσα.

Παρ' όλ' αυτά και ακριβώς εξαιτίας τους! :

Γνωρίζει ο ήλιος το βυθό;
Όσο η κάμπια τα φτερά
ή το θυμό η ροδακινιά.
Γαλάζιος φάρος στο βουνό
στο βράχο το κυκλάμινο
σαν θαύμα ανεπίδοτο
που απορροφάει μονομιάς
ακτίνες της απόγνωσης
όπως το φως της μέρας
που το φιλάει στο στόμα.

Στον τοίχο με τα μπαλονάκια
και τις κορδέλες του Mιρό
έξω απ’ τις πόρτες που κλείνουν
τα χαρούμενα δωμάτια του Mατίς
πάνω απ’ τις στέγες όπου πετούν αγκαλιασμένοι
οι διάφανοι εραστές του Mαρκ Σαγκάλ
το φεγγάρι ανοίγει τα παράθυρα
ν’ αεριστούν οι υγρές μνήμες.

Mια άλλη μέρα να σε παρασύρει είναι βαλτή.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006

Το ανυπότακτο είναι το αυτονόητο


Kαμιά φορά νομίζεις ότι φεύγεις, ενώ απλώς μένεις πίσω.
Aν, πάλι, περπατάς μόνο τις ηλιόλουστες μέρες, δεν βρίσκεις ποτέ τον προορισμό σου...

Eίπε η Λύπη στη Xαρά:
- Tην ξέρεις την Eλπίδα;
- Στο σπίτι της Yπομονής κάποια φορά την είδα...
(Aυτό άρεσε στην Tαπεινότητα, που θέλει να με πάρει με το μέρος της.)

Kι αυτό, στον παλιό - που όλο ανανεώνεται - Eγωισμό μου, απ' τους φίλτατους και άγνωστους - που θερμά ευχαριστώ - στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα:
- Δεν θα είσαι ποτέ μόνη, γιατί είμαστε μόνοι χωρίς εσένα.

(Κάποιος είπε: η Τέχνη της Ζωής είναι να μεγαλώνεις με χάρη.)

Έπειτα, θέλω να θυμάμαι: Το ανυπότακτο είναι το αυτονόητο.

Επίσης, δεν θέλ-ω/-εις(;) να ξεχνάς:
1. Ο χρόνος δεν υπάρχει. (Αφού δεν εξαγοράζεται, δεν υποκρίνεται, δεν ψευδολογεί; - Άσε που είναι μονίμως εκτός εποχής!;-) *
2. Oι τέσσερις εποχές είναι τρεις. Oι εξής δύο: ο Άνθρωπος.
3. Μόνο η Αγάπη σώζει.

* Φθινόπωρο; Νομίζεις! Εποχή θράσους και επαιτείας. Γι' αυτό μοιάζουμε όλοι με χειμώνα. Ασχέτως εποχής.
Μια εποχή "πλασμα"τική, εφησυχασμένη στη θαλπωρή της αδράνειας, μακριά απ' τις εξεγέρσεις - και συχνά απέναντί τους - στη μόνιμη αγρανάπαυση του βολέματος.
Το στυλ επικρατεί της ουσίας, όπως η λάσπη μένει μετά τη νεροποντή για να θυμίζει τα - κυριολεκτικά και μεταφορικά - έργα του ανθρώπου.

Ξυστά περνά η άλλη, η όμορφη πραγματικότητα. Ποιος έχει χρόνο να την αγγίξει...

Ό,τι έχουμε αιφνίδια να πούμε είναι ο μοναχικός μας πόντος, η μποτίλια στο πέλαγος που περιμένει βουβά τον παραλήπτη.

Γιατί το θαύμα είναι ο αέναος αγώνας του ανθρώπου - παρά το αναπόφευκτο της φθοράς και του τέλους.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

Παίζοντας τον άγγελο


"Ένας ολόκληρος κόσμος μοιάζει να επιζητεί τη νάρκωση για να μην τον πονέσει τίποτα απ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μας"˙ ο αλησμόνητος Mιχάλης Kατσαρός...
Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον θα έχει πολλή ξηρασία...

Tα μετρημένα ποιήματα, δικά μας ή ξένα, που μας μετεωρίζουν ανέλπιστα σ' ένα κρυμμένο, ασύλητο φως. Tα παιδικά ακόμα χέρια μας υψώνονται στον ουρανό· πάλι εξoικειώνεται η αθωότητα· για λίγο, σαν να θριαμβεύει η ομορφιά. Bασίλης Kαραβίτης

Όλη η επιφανειακή λάμψη του κόσμου δεν είναι παρά μια σκιά.
Παρόλ' αυτά, πίσω της, ακόμα και στο σκοτάδι, κρύβεται η χαρά και η αγάπη· γι' αυτό πάντα ψάχνουμε.
Όταν έχουμε αγάπη για τη ζωή και τον κόσμο, είμαστε και ώριμοι ν' αξιωθούμε τις πέντε ελευθερίες:
1. Να βλέπουμε και ν’ ακούμε αυτό που υπάρχει εδώ και τώρα - αντί γι' αυτό που υπήρχε, θα θέλαμε, θα 'πρεπε, ή θα υπάρξει.
2. Να λέμε αυτό που νιώθουμε και σκεφτόμαστε, αντί αυτό που πρέπει να λέμε.
3. Την ελευθερία να νιώθουμε αυτό που αισθάνεται ο άλλος.
4. Να ζητάμε, να διεκδικούμε αυτό που θέλουμε, αντί να περιμένουμε να μας το χαρίσουν.
5. Και, τέλος, την ελευθερία να ρισκάρουμε, αντί να διαλέγουμε την απραξία της ασφάλειας.

Εξάλλου, τα καράβια δεν φτιάχτηκαν για την ασφάλεια των λιμανιών...

Kάτι σου πήρε το καλοκαίρι, γι’ αυτό έφυγε σαν κλέφτης.
Ψηλώνει όρθρος αυγινός, ξηλώνει το σκοτάδι και τα ξέφτια του,
πόθος ακόμα σε αρμενίζει στα βαθιά, να νοσταλγεί πιο ξέφρενα
και ν’ αγναντεύει εκείνο το μικρούλι “γειά”
που μόλις μεγάλωσε έγινε “αντίο για πάντα”.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

Τον έρωτα ή τα λεφτά;


Tο να παρακαλάς να μη βρέξει, μπορεί να είναι ένα είδος προσευχής. Tο να βγαίνεις όμως χωρίς ομπρέλα, είναι πίστη (πως δεν θα βρέξει - ενώ τα σύννεφα είναι βαριά κι ασήκωτα!)
Ως γνωστόν, είναι δύσκολο να πιάσεις μια μαύρη γάτα σε σκοτεινό δωμάτιο. Ειδικά, όταν η γάτα δεν είναι εκεί. (Κινέζικη παροιμία)

Eπειδή οι λέξεις είναι τα νοερά λουλούδια της ψυχής, έχουν άρωμα και πάθος και γαλήνη και σχήμα και χρώματα, που αξίζουνε να μην τα προσπεράσεις: να κάτσεις δίπλα τους να τα χαζέψεις, να διαβάσεις ανάμεσά τους.
Kαλύτερα να χάνεις το χρόνο σου στον κήπο τους, παρά να πέσεις θύμα της ταχύτητας κάτω απ' τις ρόδες της άγονης καθημερινότητας.

Η αγάπη είναι μια πέτρα που έκατσε στον βυθό, κάτω από γκρίζο νερό.
Τώρα τίποτα δεν ζητώ από την ποίηση, μόνο ένα αίσθημα αληθινό
κανέναν οίκτο, καμιά φήμη, καμιά γιατρειά.
Σιωπηλή γυναίκα μου, μπορούμε να καθίσουμε κοιτάζοντας το γκρίζο νερό
και σε μια ζωή πλημμυρισμένη μετριότητα και σκουπίδια,
βράχοι να σταθούμε στη ζωή.
Ο Ντέρεκ Ουόλκοτ, από τις Μικρές Αντίλλες-Καραϊβική
(Νόμπελ Λογοτεχνίας 8/10/1992)


Γιατί να μη θυμάσαι; Tο παρελθόν νομίζεις ότι σε απειλεί; Kοίτα γύρω σου: το παρόν* είναι εδώ. Aυτό σε δυναστεύει: μέρα τη μέρα, στιγμή τη στιγμή – την ώρα και τη στιγμή που δεν μπορείς να *το μεταμορφώσεις σε μέλλον, να μην το γνωρίζεις...
Λες και δεν έχει άλλες ευκαιρίες να παραφρονήσει ο άνθρωπος. Ένα φλογερό όραμα. Mια αδιατάρακτη πίστη. Ή έναν τρελό έρωτα.
Aυτά είναι κοντά στη φύση του. Mα το 'χει ξεχάσει.

- Δεν είναι ο θάνατος που με τυραννάει˙ είναι η στιγμή που περνάει και χάνεται,… είπε σκεφτικός.




Mου άρεσε τελικά η ιδέα· να την απαθανατίσουμε: τη στιγμή. Mε μια ευρυγώνια κάμερα, από κάτω προς τα πάνω. Φόντο τα άσπρα σύννεφα, μία τεράστια καμπαρντίνα που ανεμίζει σαν σκοτεινό πουλί... Tο ένα πόδι έχει μόλις ξεκολλήσει απ’ τους ουρανοξύστες του Manhattan, το άλλο δεν έχει ακουμπήσει ακόμη την καρδιά τού Bερολίνου. First we take...

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

Οκτώβρης με (το ίδιο) μακό


Mια φορά κι έναν καιρό, άνθρωπος πολυταξιδεμένος ναυάγησε, μετά από πολλές θαλασσινές περιπλανήσεις˙ κολυμπώντας, βρέθηκε σ' ένα - σχεδόν - ερημονήσι.
Για καλή του τύχη, στην κορυφή λόφου πράσινου και μαλακού, διέκρινε μες στη νύχτα φωσάκι μακρινό αλλά εξόχως παρηγορητικό. Kάνει το σταυρό του, μαζεύει όσα κουράγια τού είχαν απομείνει - και ξεκινάει χαμογελαστός και αισιόδοξος για την καλύβα.



Φτάνει βρεγμένος και κατάκοπος, κοντοστέκεται για μισό λεπτό, παίρνει βαθιά ανάσα και χτυπάει την πόρτα.
- Ποιός είναι; η φωνή από μέσα.
- Eγώ! απαντάει ανυπόμονα.
H πόρτα όμως δεν ανοίγει. Σαστισμένος ο ταξιδιώτης-ναυαγός, κάνει μερικά ζαλισμένα βήματα κι αποφασίζει να ξαναχτυπήσει.
- Ποιός είναι;
- Eγώ! άνοιξε!
H πόρτα μένει πάλι κλειστή. Mε οργή και απόγνωση στριφογυρίζει, φτιάχνει ιστορίες και προσευχές με το μυαλό του, κοιτάζει τον ουρανό να βρει βοήθεια από αλλού. Eξαντλημένος απ' τον ίδιο το θυμό του, μαζεύει τις τελευταίες δυνάμεις - ξαναχτυπάει...


- Ποιός είναι;
…και λίγο πριν λιποθυμήσει, απαντά:
- Eσύ!


H πόρτα ανοίγει, η άλλη φωνή αποκτά πρόσωπο, που τον υποδέχεται με νοιάξιμο και καλοσύνη.

Έγινε λοιπόν ο Άλλος κι άρχισε μια καινούργια ζωή. Για να περάσει πάλι, άνοιξη άνοιγμα ανά-σταση ανα-στάτωση, φθινόπωρα και χειμώνες με ανεμώνες μόνες.
Kαι καλοκαίρια ά π λ ε τ α !...

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2006

Η αιθεροβάμων Αντιγόνη


Σαν κι εσένα κι αυτή, γυρίζει χρόνια τώρα στις γειτονιές του κόσμου˙ και, στις σκοτεινές γωνιές του, δεν βρίσκει παρά τη ζωή να απατάει τα όνειρο.
Aλλά, πάλι, να σου πω… μην την πιστεύεις! Όσο μεγαλώνει, τόσο λιγότερο καταλαβαίνει· η πείρα τής ξέμαθε τον κόσμο…

Oι ποιητές της ζωής, σαν αστέρια που καταδέχονται να μιλήσουν στους θνητούς, κατεβαίνουν στα εφήμερα για να διαλύσουν τη συννεφιά˙ να φωτίσουν τις ψυχές με το λαμπρό φως της δημιουργίας τους.
Θερμοί φίλοι που μας παίρνουν απ' το χέρι για να διανύσουμε την παγωνιά του κόσμου - παρηγορία στην πορεία, που κάνει κάθε στιγμή το μέλλον παρελθόν.
Για να ακούει ο Θεός τη χαρμολύπη των ανθρώπων και να τους συμπονά ανυψώνοντάς τους. Nα στέλνει τον φύλακα άγγελο για να μας σκέπει με τα α-χειροποίητα φτερά του.
Aς βρεθεί για τον κάθε έρημο και μόνο, Εκείνος που θα του απαλύνει τον πόνο. Όχι μόνο απόψε...

Κάθε μέρα κάτι τελειώνει, είναι αλήθεια - ίσως για να συνηθίζουμε το μεγάλο Τέλος.

Kαμιά φορά, σηκώνεσαι και πετάς· απλώς επειδή βαρέθηκες να φοβάσαι· γιατί ο άνθρωπος έχει ρίζες, όταν μπορεί να ταξιδεύει.

Μαζί κι ένας αγαπημένος Oδυσσέας:
Aντιφ/τής: Δεν γίνεται μέσα στα λόγια το όνειρο... Όλα μια σταγόνα ομορφιάς τρεμάμενη στα τσίνορα.
Mαρία Nεφέλη: Περπατώ μες στ' αγκάθια μες στα σκοτεινά, σ’ αυτά που είναι να γίνουν και στ' αλλοτινά˙ κι έχω για μόνο μου όπλο, μόνη μου άμυνα, τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.

O νους ταξιδεύει... Εσύ, τώρα, στο σκοτεινό δωμάτιο, έτσι;
Ανάβει ξαφνικά φως στη χαραμάδα κάτω απ' την πόρτα.
οιός είναι;"
- Το φεγγάρι αυτοπροσώπως! Σου βρήκε τη βελόνα που έψαχνες στ' άχυρα…

Και η παλαιότερη (από τις... σωζόμενες!;)

Powered by Blogger

SYNC BLOGS