seesea

ένα ιλιγγιώδες κυνικο-τρυφερό βήμα πριν από το χάος

Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006

Φερνάντο Πεσόα - Ένας λαθρεπιβάτης εις τη νιοστή


Αν σαν πεθάνω θελήσετε να γράψετε τη βιογραφία μου
τίποτα πιο απλό
Δεν έχει παρά δυο ημερομηνίες:­ της γέννησης και του θανάτου μου
Ανάμεσα στο ένα και στο άλλο όλες οι μέρες είναι δικές μου.*

Ο Fernando António Nogueira Pessoa γεννήθηκε στις 13 Ιουνίου του 1888 και εγκατέλειψε τα εγκόσμια σαν σήμερα - 30 Νοεμβρίου του 1935˙ μόλις 47 χρόνων.
Στο γαλλικό νοσοκομείο της Λισαβόνας.
Η τελευταία φράση που γράφει, είναι στα αγγλικά: I know not what tomorrow will bring. (Δεν γνωρίζω τι θα φέρει το αύριο.)

Ναι, πάντα το αφηρημένο, το αδύνατο, το πιο διαστροφικά απίθανο - τι θα μπορούσε να είχε υπάρξει.
Ο ποιητής, βλέπεις, έχει το Μεγάλο Μυστικό που γεμίζει έναν κόσμο ολόκληρο: θαυμαστά ορατό, και ταυτόχρονα ακαθόριστο.
Ο ποιητής είναι ένας υποκριτής.
Υποκρίνεται τόσο απόλυτα
που φτάνει να
υποκρίνεται
πως είναι πόνος
ο πόνος που νιώθει αληθινά.

* Εμείς, οι κοινοί θνητοί, οι αδιόρθωτοι ηδονοβλεψίες του μη εφικτού, στριμωχνόμαστε στις ουρές της ζωής με την ψευδαίσθηση πως θα συναντήσουμε - αν όχι τον ίδιο τον ποιητή - το περιβάλλον και τις συνθήκες που τον καθόρισαν: τη μοναξιά και την απελπισία του ψηλόλιγνου, γοητευτικού ποιητή, που χαράμισε την ορατή ζωή του στο μονότονο πηγαινέλα στο καταθλιπτικό γραφείο του και τις ανιαρές μεταφράσεις εμπορικών εγγράφων - αλλά και τη νοσταλγία του για τα παλιά που δεν θα ξανάρθουν:

Ποιος έκανε καυσόξυλα την κούνια των παιδικών μου χρόνων;
Ποιος έφτιαξε σφουγγαρόπανα απ' τα παιδικά μου σεντονάκια;

Έλεγε ο Φερνάντο Πεσόα, ο άνθρωπος που φιλοτέχνησε την ίδια τη ζωή (του):
Όσο περισσότερο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο είμαι. Όσο πιο πολύ με βρίσκω, τόσο περισσότερο χάνομαι. Όσο περισσότερο δοκιμάζομαι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι είμαι λουλούδι και πουλί, και αστέρι και σύμπαν. Όσο περισσότερο καθορίζω τον εαυτό μου, τόσο λιγότερα όρια έχω.
Ξεπερνώ τα πάντα˙ κατά βάθος είμαι ίδιος με τον Θεό.

Και για την αγαπημένη του Λισαβόνα:
Πάλι σε ξαναβλέπω,
με την καρδιά πιο μακρινή, και την ψυχή λιγότερο δική μου.
Πάλι σε ξαναβλέπω - Λισσαβόνα και Τάγε και το καθετί
- διαβάτης μάταιος εντός σου και εντός μου,
ξένος εδώ όπως παντού,
τυχαίος στη ζωή και στη ψυχή
φάντασμα που περιπλανιέται...

(από το ποίημα Lisbon Revisited)

Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2006

Άσε τα... φούμαρα - Νούφαρα!


O ζωγράφος τελειώνει απόψε τον πιο δύσκολο πίνακα: Oυρανός και Άνθρωπος.

Tην άλλη μέρα, η βάρκα του δεν ταξιδεύει πια.

Γεμίζει πούπουλα λευκά η επιφάνεια της πράσινης λίμνης και γίνεται σιγά σιγά ένα με τον ουρανό. Σαν να πέρασαν περιστέρια, σμήνος, που έχασαν το δρόμο και τα φτερά τους μέσα στη σιωπή.
Kαι πάλι σιωπή.
Έπειτα, απ’ το γαλάζιο φως του ουρανού, πέφτουν στον καθρέφτη της λίμνης λευκοί άγγελοι οργισμένοι - και ξεσπάει η καταιγίδα.

Mια απόκοσμη, αναιτιολόγητη ταραχή φυσάει τα κλαδιά της ιτιάς στο Giverny - το μπλε του ουρανού δένεται κορδέλλες στα τρυφερά φυλλαράκια.
H ηλιόλουστη λίμνη νοσταλγεί ξαφνικά τις βαθιές σκιές του ωκεανού.

Έρχεται όμως κι άλλο πρωινό.
Mε το πρώτο φως, οι άγγελοι μεταμφιεσμένοι σε υδροχαρή φυτά, αισιόδοξα νούφαρα, που ανοίγουν τα έκπληκτα βλέφαρα-πέταλα κάτω απ’ το ξύλινο γεφυράκι κι αρχίζει μια γιορτή από ένδοξους παιάνες κρυστάλινων πνευστών.
Άραγε, η παραλία στην Trouville πέφτει μακριά;

Tώρα, και πάλι, σιωπή.


Tο Tέλος του Tαξιδιού

Kι όταν, ύστερα από χρόνια έφτασα στο δωμάτιο,

η ιστορία είχε από καιρό τελειώσει·

και δεν απόμενε παρά η οροφή με τον άγγελο,

λίγα φύλλα λησμονιάς πάνω στο πρόσωπο ενός παιδιού

και το σταματημένο ρολόι. Τάσος Λειβαδίτης

Mέσα απ’ αυτό το φονικό, μόνο ο Έρωτας επιζεί.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

What's the story, morning glory?

Τα χρώματα είναι αφ' εαυτού τους όμορφα. Εκπληκτικά, μοναδικά και ανεπανάληπτα. Δεν χρειάζονται την τηλεόραση για να ομορφύνουν...!


Εδώ, βέβαια (στη διαφήμιση), στις... οργασμικές εξάρσεις, συνδράμει και η "κλασική" μουσική - εντάξει... Έλα, όμως, που, με τόσους πολέμους που "σκάνε" γύρω μας, δεν βλέπω και τόσο ευτυχές το concept - είναι δύσκολο να σου... ξεφύγει ο μαύρος συνειρμός: των εκρήξεων και των παιδιών χωρίς. Χέρια, πόδια, σπίτι, γονείς και φίλους.
Πάντως και επειδή, παρά τα θρυλούμενα, από το αυτί 'πιάνεται', την προτιμώ από την άλλη (διαφήμιση), που απ' το μάτι 'πιάνεται' - μ' εκείνο το... εξανδραποδισμένο ανδροειδές (μπρρρ και μπλιάχ), το οποίο έχει τα... μούτρα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) - δακρυσμένο κιόλας!- να... φιλοσοφεί: "Νομίζεις ότι είμαι το μέλλον. Κάνεις λάθος, εσύ είσαι!"
Τώρα, χρυσωμένο χάπι να το πεις; κοροϊδία ξάστερη; - δεν σου 'ρχεται αυθόρμητα η... άνεση να του απαντήσεις με ερώτηση;
- Ποιο μέλλον, ρε 'φίλε'; το πανταχόθεν υποθηκευμένο; Έχεις τη... φαντασία να κοιτάξεις γύρω σου;

Α, παρεμπιπτόντως (χωρίς παρεξήγηση και με κάθε επιφύλαξη, έτσι;) :

Ιταλικό Τύπο δεν είδα - τού Ελληνικού, εντάξει, αυτονοήτως διθυραμβικά τα σχόλια - αλλά, φίλος (καλοπροαίρετος που κατάντησε καχύποπτος - πώς και γιατί, άλλη ιστορία - φουλ ΑΕΚτζής, δε!) κάθησε και μου έλεγε ότι, για πολλούς και διαφόρους λόγους, (θα μπορούσε να) ήταν 'στημένο'(!)

(Ειλικρινής) ερώτηση: "παίζει" καθόλου η πιθανότητα να το 'έδωσε' η Μίλαν; Είναι (και) πολλά τα λεφτά,... boy - γι' αυτό...;Ρ

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Αναζητώντας τον χαμένο εαυτό - Μαρσέλ Προυστ


- Πώς θα θέλατε να πεθάνετε;
- Καλύτερος άνθρωπος από ό,τι είμαι και έχοντας αγαπηθεί πολύ.
Έτσι είχε απαντήσει ο Μαρσέλ Προυστ σε μια σπάνια συνέντευξη - τον θυμήθηκα σήμερα, γιατί...
το ημερολόγιο γράφει 18 Νοεμβρίου (λες και ήταν... προχθές) 1922, όταν πεθαίνει από πνευμονία στο Παρίσι. Ήταν μόλις 51 χρόνων.

Η Σελέστ και ο monsieur Maurice ήταν οι μόνοι άνθρωποι που φρόντιζαν τις ανάγκες του ολιγαρκούς Μαρσέλ. Τρεφόταν μόνο με κρουασάν και καφέ - τίποτ' άλλο˙ σε όλη του τη ζωή. Ο Προυστ είχε βάλει φελλούς σε όλους τους τοίχους του δωματίου όπου περνούσε τη ζωή του˙ ήθελε να μην ακούει τίποτα, κανένα θόρυβο - να είναι σε πλήρη απομόνωση.
Ήταν πολύ λιτός. Είχε συγκεντρώσει όλη του την εντομολογική παρατηρητικότητα στις λεπτομερείς περιγραφές ανθρώπων, συναισθημάτων και πραγμάτων.

Ο Προυστ έγραφε μόνο τη νύχτα. Ξυπνούσε στις 4 το απόγευμα κι όταν πήγαινε 12 η ώρα, μία, άρχιζε να γράφει... Ωστόσο, όπως σημειώνει στην αρχή του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο:
Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνα το κερί, τα μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα, ώστε δεν πρόφταινα ν' αναλογιστώ: “Με παίρνει ο ύπνος"…

Ο Μαρσέλ Προυστ γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου 1871 στο Auteuil-Neuilly-Passy, μετα-αγροτικό προάστιο στο νότιο τομέα τού Παρισιού. Ο πατέρας του, Αχιλλέας-Αντριέν, ήταν ένας πολύ γνωστός γιατρός και η μητέρα του, Ζαν-Κλεμένς Βάιλ, κόρη εύπορου εβραίου χρηματιστή.
Παρά το γεγονός ότι ήταν φιλάσθενος από τη γέννησή του και υπέφερε από χρόνιο άσθμα, το 1889, τελειώνοντας το λύκειο, υπηρέτησε για ένα χρόνο τη στρατιωτική του θητεία. Στη συνέχεια αποφασίζει να συνεχίσει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του περίφημου Ecole de Sciences Politiques της Σορβόννης, κάνοντας παράλληλα το ντεμπούτο του στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας του Παρισιού όπου, εξαιτίας της ευγλωττίας και της οικονομικής του επιφάνειας, γίνεται σύντομα δημοφιλέστατος. Μία από τις πολυάριθμες γνωριμίες του, φίλη και του Ανατόλ Φρανς, τους γνωρίζει. Με την παρότρυνση του τελευταίου, το 1896 ο Προυστ εκδίδει το πρώτο του έργο «Τέρψεις και ημέραι», μια συλλογή από σύντομες ιστορίες, ποιήματα και δοκίμια, η οποία όμως δεν θα γνωρίσει ιδιαίτερη επιτυχία.
Ως εκείνη τη στιγμή η μόνη συγγραφική απόπειρά του ήταν ένα μυθιστόρημα που ξεκίνησε να γράφει το 1895 και το εγκατέλειψε, μισοτελειωμένο, το 1899 - ο προάγγελος, ουσιαστικά, του αριστουργήματός του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», αφού περιείχε πολλά από τα θέματα που θα πραγματευόταν εκεί αργότερα˙ τελικά εκδόθηκε το 1952 με τον τίτλο «Ζαν Σαντέιγ». Απογοητευμένος από την αποτυχία της ολοκλήρωσης του δεύτερου βιβλίου του, αφιερώνεται στη συνέχεια για κάποια χρόνια στη μετάφραση και στον σχολιασμό των έργων τού άγγλου ιστορικού τέχνης Τζον Ράσκιν - δημοσιεύει μάλιστα ένα σημαντικό αριθμό σχετικών άρθρων.
Κατά τη διάρκεια της γνωστής υπόθεσης Ντρέιφους, από το 1896 ως το 1906, υπήρξε θερμός υποστηρικτής της πλευράς του γαλλοεβραίου λοχαγού του στρατού, γεγονός που είχε αντίκτυπο στην κοινωνική του ζωή, κυρίως εξαιτίας του έντονου αντισημιτισμού στις τάξεις της γαλλικής κοινωνίας.
Ο θάνατος της μητέρας του, το 1905, κλόνισε ακόμη περισσότερο τόσο τη σωματική υγεία του, οδηγώντας τον σε εγκλεισμό σε σανατόριο, όσο και την αντίστοιχη ψυχική - έπασχε ήδη από έντονες νευρώσεις, κυρίως εξαιτίας των απεγνωσμένων προσπαθειών του να κρατήσει κρυφές τις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις του. Ο Προυστ απομονώθηκε σταδιακά από τον έξω κόσμο ζώντας σχεδόν σαν ερημίτης στο ηχομονωμένο διαμέρισμά του, αφοσιωμένος αποκλειστικά στο γράψιμο και στην ενδοσκόπηση. Από το 1910 περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του μέσα στην κρεβατοκάμαρα, κοιμώμενος κατά τη διάρκεια της ημέρας και γράφοντας ακατάπαυστα τη νύχτα.
Το 1913 εκδίδει το πρώτο μέρος του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» με τίτλο «Από τη μεριά του Σουάν», το οποίο περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Δεν θα συμβεί όμως το ίδιο με το δεύτερο μέρος, «Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών», που θα εκδοθεί με καθυστέρηση λόγω του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1919. Με αυτό ο Προυστ θα κερδίσει το βραβείο Goncourt και την παγκόσμια αναγνώριση. Στο σύνολό του το μνημειώδες αυτό (ημι)αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα είναι περισσότερο ένας εσωτερικός μονόλογος παρά μια ιστορία. Ασυνάρτητο αλλά ζωντανό, με ευφυέστατες μεταφορές και εξαιρετικά σχήματα λόγου, το έργο είναι πλούσιο σε ψυχολογικές, φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές έννοιες.

Ο Προυστ ταύτισε τη ζωή του με το έργο του. Ήδη από το μέσα του 1890 άρχισε να προετοιμάζεται για το μεγαλύτερο ίσως μυθιστόρημα του 20ου αιώνα. Στα 30 του, έβαλε τα θεμέλια της θεωρητικής βάσης του μελλοντικού του μυθιστορήματος με το Ενάντια στον Σαιντ Μπεβ, όπου έλεγε ότι η τέχνη του μυθιστοριογράφου θα έπρεπε να οδηγεί στην αποκάλυψη του παρελθόντος του ήρωα-συγγραφέα και του κρυμμένου του εαυτού. Αρκετά στοιχεία του Αναζητώντας θα βρεθούν και στο αμέσως επόμενο έργο του, το Ζαν Σαντέιγ.
Το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο συνδέει το κλασσικό μυθιστόρημα του 19ου με τον μοντερνισμό του 20ού αιώνα.
Ο αφηγητής ήρωας αναρωτιέται ποιος είναι και πού βρίσκεται, καθώς αφυπνίζεται με κόπο.
Προσπαθεί να αναπλάσει τη ζωή του με την ανάμνηση δωματίων και σπιτιών που γνώρισε παλαιότερα. Απελευθερώνονται τότε οι πιο κρυφές αναμνήσεις του, που ζωντανεύουν μια ζωή απλή, κοινή, γεμάτη όμως με προσωπικά δράματα. Προσμονές και απογοητεύσεις: λατρεία και στέρηση της μητέρας, παρουσία και αργότερα θάνατος της γιαγιάς, ανακάλυψη του έρωτα, της ζήλιας, της απουσίας και της εξαφάνισης του αγαπημένου προσώπου, γνωριμία με τον κόσμο της τέχνης, λύτρωση μέσα απ' αυτήν.
Ο αφηγητής θέλει να γίνει συγγραφέας˙ αναβάλλει συνεχώς το γράψιμο, αναζητώντας το θέμα του βιβλίου που θα γράψει. Η αναζήτηση ταυτίζεται με τη γραφή του βιβλίου: ο χαμένος χρόνος ξανακερδίζεται. Το έργο του σχολιάζεται καθώς γεννιέται˙ είναι μαζί αυτοβιογραφία, μυθιστόρημα, δοκίμιο.
Η τεράστια αυτή σύνθεση που καλύπτει την πολιτική και κοινωνική ζωή της Γαλλίας από το 1870 ως το 1922 περίπου, έχει όλα τα στοιχεία μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας αλλά υποτάσσεται στην αυστηρή αφηγηματική τεχνική και στο μεταφορικό ύφος τού Προυστ. Για το βιβλίο έχουν γραφτεί άπειρες αναλυτικές εργασίες και συνθετικές μελέτες - από γραφιάδες που είχαν αντιληφθεί την ιδιοφυία του πνεύματός του, αλλά και από πολέμιους που υποστήριζαν ότι δεν μπορεί να διαβαστεί - επιβεβαιώνοντας έτσι την αξία ενός μυθιστορήματος που μπορεί να θεωρηθεί το πιο σημαντικό του περασμένου αιώνα.

(Πηγές: Δημοτική Βιβλιοθήκη Σερρών, εφημερίδα το ΒΗΜΑ, το βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου και της Φωτεινής Τσαλίκογλου Μήπως;)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

H ώρα του λυκόφωτος*


Αραιά και πού, με 'επισκέπτεται' η Αντιγόνη. Της έχω δώσει το προσωνύμιο 'αιθεροβάμων' - εκείνης της αρέσει να αυτοαποκαλείται 'ανώνυμη'. Όπως το περίμενα - ήρθαν και φέτος οι "Μέρες Πολυτεχνείου" - προχθές, πήρα ένα γράμμα της στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου - με τίτλο:

*ΠΩΣ πέρασαν 33 χρόνια...

Την αγαπάω την Αντιγόνη, αν και τη 'γνωρίζω' ελάχιστα. Όπως μου έχει γράψει, με 'παρακολουθεί' χρόνια (και σε άλλα 'φόρα': θεατρικά, εκδοτικά, ραδιοφωνικά), αλλά επιμένει να παραμένει ανώνυμη. (Το θεωρώ λίγο... άδικο για μένα, αλλά τι μπορώ να κάνω; δικαίωμά της!:)
Υπήρξε η αιτία (=έμπνευση) για αρκετά απ' τα ταπεινά γραπτά μου - την φαντάζομαι σαν 'προβολή' του εαυτού μου μέσα στον (μέλλοντα) χρόνο... Την αγαπάω και τη σέβομαι. Και της χαρίζω, ό,τι δεν έγραψε εκείνη, σ' αυτήν εδώ την καταχώρηση - όπως το παρακάτω ποίημα, π.χ. :
Ποιος θα το πίστευε, αλήθεια, πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε τη ζωή μας·
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό, σαν τα άρρωστα παιδιά που όταν αναρρώσουν
δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα και στο σχολείο τα κοροϊδεύουν·
κι εκείνα γεμίζουν τα τετράδιά τους με ποιήματα για να μη χαθούν.
Τα άστρα ήταν το πρώτο μας αναγνωστικό. Τάσος Λειβαδίτης

(Έμ)Mονη Mνήμη

Κάθε χρόνο ξεσκονίζω εκείνη την αξημέρωτη μέρα στο σταυροδρόμι των σκοτεινών καιρών. Φυσούν τα ρεύματα και φέρνουν πίσω τις φωνές που μου θυμίζουν...
Ύστερα φιλώ στα λαμπερά της μάτια την εφηβεία της δικής μου ιστορίας και την ξανατοποθετώ ευλαβικά στο ράφι των Θαυμάτων.

Tί μπορώ να γνωρίζω. Tί πρέπει να κάνω. Tί μου επιτρέπεται να ελπίζω. Eμάνουελ Kαντ

Ξημερώματα 17ης Nοεμβρίου 1973, ανηφορίζω από τη Σολωμού - όπου πέρασα την υπόλοιπη νύχτα, μετά την εισβολή του τανκ, στοιβαγμένη μαζί με καμιά εικοσαριά αλαφιασμένα παιδιά, στο σπίτι ενός Άγνωστου που μας άνοιξε την πόρτα του, τη στιγμή που σφαίρες ανάμεσα στα κεφάλια μας έκαναν θρύψαλα τη τζαμαρία της εισόδου - και φτάνω στην Πλατεία Kάνιγγος.
Tο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας σε πλήρη αντιστοιχία με το νεκρό τοπίο της βουβαμένης Aθήνας - 'πότε πρόλαβαν;'.
Oι δρόμοι βρεγμένοι απ’ τα πυροσβεστικά, σημαίες-κουρέλια στα ρείθρα, ρούχα σχισμένα και παπούτσια τσαλαπατημένα απ’ την αγωνία της φυγής...
Στα ρυάκια της λυπημένης βροχής δεν φαίνεται το αίμα.
Όμορφα που ταιριάζουνε τα γκρίζα του ουρανού με τις δακρυσμένες ψυχές των ζωντανών!...

Όσο κι αν φαίνεται τώρα παράλογο, όπως έχω μπροστά στα μάτια μου τα φωτεινά πρόσωπα των παιδιών και των μεγάλων, τις μυρωδιές του προχωρημένου φθινόπωρου και ό,τι φοβερό συνέβη, έτσι θυμάμαι και τι ακριβώς φορούσα. Το ντουμπλ φας ημίπαλτο σχετικά πρόσφατα το αποχωρίστηκα.
M’ ένα βράχο στο στομάχι, μιάμιση ώρα με τα πόδια ανάμεσα στα χαλάσματα που 'γράφουν' - άγουρο παιδί που το 'σκασε απ' το σπίτι με άγριο φτερούγισμα στην ψυχή και γέρασε εν μια νυκτί - μου ανοίγει η μάνα αλαφιασμένη, ξαφνικά με άσπρα μαλλιά...

Πάλι χτυπούν την πόρτα μου η ασφυξία των δακρυγόνων και οι σφαίρες που γιουχάρανε το μπόι του ανθρώπου το λαχανιασμένο.
Aλλά, ενώ φυσάνε ακόμα οι άγριοι βοριάδες στις γειτονιές του κόσμου, στη στροφή, φρέσκο το παλιό αεράκι πάει και ξετρυπώνει - ξεδιπλώνει - τη φυλαγμένη στα υπόγεια σημαία της ψυχής.
Aναρριπίζει ανθούς λησμονημένους, φουντώνει απρόσμενα τα πράσινα των δέντρων - και ακούω πάλι τα κόκκινα τραγούδια των πουλιών.


Kάθε χρόνο λέω να σωπάσω. Aλλά, ο άγγελος που δεν κάηκαν ακόμα τα φτερά του, με σπρώχνει να γονατίσω.
Σημασία έχει, η μία γενιά ν’ ανάβει το κεράκι για τη μνήμη της επόμενης.
Θα πω την κοινοτοπία: πώς πέρασαν κιόλας 33 χρόνια!...
Aς γνωριστούν με τους αγγέλους οι νεώτεροι. Tα βιώματα που έγιναν μύθοι, εμείς δεν γίνεται να τα ξαναζήσουμε· βουτηγμένοι στο συμβιβασμό, έχουμε πια μολυνθεί απ’ την καταναλωτική μανία του εφήμερου.


Aποτοιχίζω την απόγνωση κατακείμενος όρθιος. Nίκος Kαρούζος
Έτσι μάθαμε.



(σημ.: οι δύο φωτος από indymedia)

Πέμπτη, Νοεμβρίου 09, 2006

Ο (υ)ιός της νύχτας στον καθρέφτη σου


Παρά τις σπάνιες εξαιρέσεις, η σχέση με τον κόσμο δεν είναι σχέση αλήθειας και ειλικρίνειας, ούτε ισότιμη. Eίναι σχέση ανάγκης. Ώσπου να γείρει η ζυγαριά προς το τελεσίδικο, έχει όλο τον καιρό να διαψεύδεται και να επαληθεύεται - γιατί σχέση είναι και την φτιάχνουν δύο τουλάχιστον. (Kαι ο καθένας χωριστά, συνήθως.)

Πολλοί(;) λένε πως είναι μια παγκόσμια συνωμοσία, η έλλειψη επικοινωνίας. Όλοι κλείνουμε τα μάτια και κάνουμε πως ο βασιλιάς δεν είναι γυμνός.
Παραδίπλα, η "κανονική" ζωή.
Εκεί που δεν είμαστε, αλλά μόνο έχουμε.
Και, ως γνωστόν, όσο περισσότερα έχουμε, τόσο λιγότερα κατέχουμε.
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μολυνθεί από την πρόοδο του πολιτισμού της ταχύτητας και την εξάπλωση του ζουγκλοειδούς ανταγωνισμού - με επακόλουθα την ανάπτυξη της αφασίας, του κυνισμού και της κοινωνικής ωμότητας.


Το Eίναι μας όμως παραμένει απάτητο. Κραυγάζει, διαμαρτύρεται για τον περιορισμό του και τα πλαίσια του ορθολογισμού (politically correct) τής εξέλιξης, όπου θέλουμε να το εντάξουμε. Σκεπάζονται οι φωνές του απ’ τα επάλληλα στρώματα της καταναλωτικής υστερίας, του τρεχαλητού μες στην ομίχλη της τύρβης.
Kι έτσι, δεν το ακούμε.
Γινόμαστε, λοιπόν, θλιβεροί μεταπράτες - για την έγκαιρη πράξη ανίκανοι - τη μιζέρια μας ποιούντες πραγματικότητα, αναβάλλοντας μονίμως τα σπουδαία για μετά.
Mετά, μετά...
Σαν τις κακές νοικοκυρές, που, για ν' αποφύγουν το σκούπισμα, σπρώχνουν τα σκουπίδια κάτω απ’ το χαλί. Ώσπου να σηκώσει την άκρη του ένας περίεργος - και να φταίει αυτός!… Kαι να χαρακτηριστεί αγενής, κινδυνολόγος, ταραχοποιός.


Eλευθερώνομαι από τον συνειρμό πριν με αφομοιώσει, κι αισθάνομαι ταπεινό ψαράκι - περιπλανώμενο στο διάφανο νερό του μαλακού βυθού - με βράγχια ευχαριστημένα.
Kακά τα ψέματα, μόνο η απουσία της σκέψης προσεγγίζει το νόημα της ζωής.


Πότε πότε τα βράδια, κάθομαι και φαντάζομαι ιστορίες.
Ή κατεβαίνω στα περιβόλια της θάλασσας,
για να με ταξιδέψουν τα ποιήματα· το καλοκαίρι είναι πάντα εκεί.
(...............)
Tώρα ανεβαίνω σε μια άμαξα, απ’ αυτές που διασχίζουν τον ύπνο μου
και δραπετεύω.
Θα με βρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του άλλου αιώνα
να νοσταλγώ το Θεό. Τάσος Λειβαδίτης

Ο Κρισναμούρτι το λέει κάπου; (αν δεν με απατά εκείνη η σαδίστρια, ξέρεις!;)
"Καθαρός νους είναι ο άδειος νους…"

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

Τρωτά και τρωκτικά


Ή, πόσα λεπτά ζει ένα έντομο;*

Πιράνχας της χρηματοβόρου 'ενημέρωσης', αυταρχικοί ηδονοβλεψίες βυθισμένοι στο lifestyle της απελπισίας, 'αγανακτισμένοι' πολίτες υπό την καθοδήγηση της αδίστακτα σκανδαλοθηρικής-με το μάτι στην κλειδαρότρυπα-δημοσιογραφίας, ανεύθυνοι γεννήτορες, που βαφτίζουν την ανικανότητα και την αδιαφορία τους, 'ανοιχτόμυαλη' προοδευτικότητα, αναλώνονται ευχαρίστως σε φληναφήματα ηθικολογίας - κήνσορες της σαπίλας στην κοινωνία που έφτιαξαν οι ίδιοι (σαν τα μούτρα τους)!
Ποιος έχει ανάγει σε ύψιστο στόχο την ανταγωνιστική ζούγκλα;
Γιατί φταίνε τα παιδιά; Είτε στις 'σεξουαλικές' επιθέσεις, είτε στις καταστροφές των καταλήψεων; Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω.
Τα ρώτησε κανείς για την άχαρη παπαγαλία και το κυνήγι των φροντιστηρίων;
Αυτά όμως - για να μπορούν ακόμη να αναπνέουν - απαντούν!
Γιατί αντιλαμβάνονται τις προτεραιότητες των κυβερνώντων. Γιατί δεν γουστάρουν να ζουν εξόριστοι στην αδικία και τη μιζέρια της καθημερινότητας. Γιατί αντικρίζουν την υποκρισία και τον ωχαδερφισμό σ' αυτούς που δίνουν το 'παράδειγμα'. Γιατί βλέπουν τους 'μεγάλους' και υποψιάζονται το έρεβος.
Αν συμμερίζονταν έστω για μία στιγμή το αεί διαφεύγον όραμα που χρωστάνε στα παιδιά, ίσως να καταλάβαιναν τι τους γίνεται. Πρώτοι αυτοί, οι σκουπιδοτενεκέδες του 'νοικοκυρέματος'. Οι ασελγείς θεατές της ζωής, εκεί, στο γυαλί θα κολλάνε πάλι - έξις δευτέρα φύσις, η πρώτη (φύση) ξεχασμένη προ πολλού - εκεί, που τους τραβάει απ' το μανίκι ο 'πολιτισμός', σαν ποδοπατημένα ψώνια.
Αυτοί οι απαίδευτοι, οι αραχτοί τού βολέματος είναι που κλέβουν τα βιβλία και κατηγορούν μαθητές και φοιτητές ότι είναι αδιάβαστοι (για να θυμηθούμε τον Μπρεχτ).
Ανέκαθεν, το όπλο των πάσης φύσεως εξουσιών είναι η στέρηση της Παιδείας.
Για τόσα χρόνια φυλακή, φτάνουν 2-3 Εισαγγελάτοι;

*ούτε 56 - αν δεν σου πιεί το αίμα.

Φορτώστε τα υπόλοιπα γιατί δεν αντέχω άλλη... σφαιρική ανάλυση...

[ Μόνο ένα δωράκι από Τα Xειρόγραφα του Φθινοπώρου: μικρές ιστορίες μαγευτικές, γεμάτες αρώματα και αστέρια… Ο καθένας μπορεί να βρει τη δική του γωνίτσα στον απέραντο κήπο τού Tάσου Λειβαδίτη - παίζοντας "φτου ξελευτερία" με την χαμένη αθωότητα της ξεχασμένης εποχής: τόσο μακριά, τόσο κοντά… - για να κερδίσεις ένα κομμάτι ουρανό, ή να πάρεις μια ιδέα απ' το αιώνιο (μελλοντικό) χωραφάκι σου. ] :

Τ’ απογεύματα, οι φωνές των παιδιών που παίζουν,
μοιάζουν μ' ένα παραμύθι που δεν μας το τέλειωσαν,
και κείνο γυρίζει και μας αναζητά.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2006

Ο ποιητής του εφικτού ονείρου - Οδυσσέας Ελύτης


Έφερνα γύρους μες στον ουρανό και φώναζα,
με κίνδυνο ν' αγγίξω μια ευτυχία.

Η περίφημη "μικρή αιωνιότητα" της οποίας τα σημαίνοντα διαπερνούν απ' αρχής μέχρι τέλους το έργο του Ελύτη (λιγάκι σαν εκπυρσοκροτήσεις ή επιφωνήματα), φέρνοντας μαζί του την αναστάτωση και τα ελλείμματα της υποκειμενικότητας.

Σήμερα, ο Οδυσσέας Ελύτης θα γινόταν 95 χρόνων - εξακολουθεί να περιποιείται με το βάλσαμο των λέξεων τις πληγές του κόσμου - τον ακούμε ακόμα:

Το τραγούδι του Ποιητή
Πρώτη φορά σ' ενός νησιού τα χώματα
Δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα
Βγήκα να δω τον κόσμο και μετάνιωσα
Τα ζόρικα που λεν αμέσως τα 'νιωσα.
Μήνες εννέα πριν την πρώτη μέρα μου
Δούλευα για το σπέρμα του πατέρα μου
Και πεντακόσιους τριες κατά συνέχεια
Μετά - για την ψευτιά και την ανέχεια.
Δύσκολο δύσκολο της γης το πέρασμα
Και να μη βγαίνει καν ένα συμπέρασμα.
Μέσα στον εαυτό μου τόσο κρύφτηκα
Που μήτε ο ίδιος δεν τον αντελήφθηκα.
Ώσπου μια μέρα το 'φερε η περίσταση
Κι αγάπησα χωρίς καμιάν αντίσταση
Αλλά και στην προσπάθεια την ελάσσονα
Πάντοτε βρε παιδιά μου τα θαλάσσωνα.
Πρώτον διότι κυνηγούσα το Άπιαστο
Και δεύτερον γιατ' ήμουν είδος Άμοιαστο.
Εφ' ώ, και αφού την τύχη μου σιχτίρισα
Πίσω στον εαυτό μου ξαναγύρισα.

"Ο καθημερινός άνθρωπος Ελύτης εξακολουθεί να παραμένει άγνωστος όσο μένουν στο σκοτάδι τα τυχόν ημερολόγια, οι αλληλογραφίες, τα προσωπικά τεκμήρια γύρω από τη ζωή και το έργο του. Στη διάρκεια της ζωής και της καλλιτεχνικής πορείας του, ο Ελύτης διαφύλαξε μακριά από τη δημοσιότητα οποιαδήποτε ιδιωτική όψη ή εκδήλωσή του θα αλλοίωνε μιαν εικόνα του ως ποιητή, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ιδεατή.
Ο Ελύτης αυτοβιογραφήθηκε μέσα από αρκετά δοκίμια και την ποίησή του. Ο αναγνώστης που γνωρίζει τον Ελύτη μέσα από τα κείμενά του και γίνεται πιστός του, αποκτά την αίσθηση ότι του έχει χαριστεί, όπως και στον Ελύτη, το προνόμιο του αλχημιστή ή του μάγου: του αρκεί να κάνει ένα βήμα και θα βρει την ψυχική δύναμη να δει τον θάνατο απ' την ανάποδη, όχι ως τέλος, αλλά ως αρχή· το σκοτάδι απ' την ανάστροφη όψη του, ως φως· την πραγματικότητα από την ωραία πλευρά της, την πλευρά της φαντασίας. Η υπέρτατη αισθητική απόλαυση που μεταδίδει μεγάλο μέρος της ελυτικής ποίησης έγκειται στην αίσθηση ότι μπορείς να γίνεις ο θαυματοποιός της ζωής σου. Ο ποιητής Ελύτης, ο κήρυκας του εφικτού θαύματος, είναι κάτοχος της ακριβής αλήθειας να θεωρεί τον κόσμο ως αδιάσπαστη ενότητα. Αν ο αναγνώστης του κατορθώσει να μυηθεί στην αίσθηση αυτής της ενότητας, τότε όλες οι φαινομενικές αντιφάσεις που ορθώνει η υπερτροφική διάνοια, αυτομάτως αίρονται.
( ... ) Τότε η ποίηση του Ελύτη λειτουργεί: ο ληξιαρχικός χρόνος ακυρώνεται, η σωματική φθορά υπερβαίνεται, η φαντασία πραγματοποιείται, καθώς ενεργοποιείται η αίσθηση μιας θάλλουσας πνευματικής νεότητας. ( … )
Όλοι οι σταθμοί της διακήρυτταν την άρνηση της ειδυλλιακής εικόνας της ζωής και της ποίησης, έτσι όπως την καλλιέργησε ο, ατυχώς επονομαζόμενος, "ποιητής του Αιγαίου". Αυτή η άρνηση εδραζόταν κυρίως στην εκ διαμέτρου αντίθετη, ως προς την ελυτική, ιδεολογική θεώρηση της ποίησης και της σχέσης της με την κοινωνική πραγματικότητα." (Ευριπίδης Γαραντούδης)

Αν γνώρισε πίκρες ο Ελύτης στη μοναξιά μέσα στον παράδεισο;
Του νεαρού Αναγνωστάκη, 1945:
Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου
με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σε ασήμαντα νησιά
για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας

Του Λεοντάρη, 1972:
Βγάλε πια τα γαλάζια σου και δε σου πάνε
παράτα με με το Αιγαίο και τα νησιά του
Του Μαρκίδη, 1978:
Σβήστηκε πια τ' όνομά σου απ' τα ληξιαρχεία του Αιγαίου
και τσακίστηκαν στο ρο της φρονιμάδας όλα τα ρο του έρωτα
Του Σινόπουλου, 1980:
Κι εκείνο το νησί που αγάπησες
όλο το Αιγαίο μια σκάφη με σκατά.


"Τριξίματα και ψίθυροι, άρωμα γιασεμιών από τη ζώνη του μη ορατού, όλ' αυτά έρχονται να ενισχύσουν τη σκοτοδίνη ενός ανθρώπου που είναι ταυτόχρονα μέσα στον κήπο και έξω απ' αυτόν, μη ξέροντας αν ονειρεύεται ή μήπως έχει πεθάνει και τον ονειρεύεται ο κήπος (Ο κήπος βλέπει).
Αραγε, ο έρωτας δεν είναι η στιγμή κατά την οποία μας ονειρεύεται ο Παράδεισος;
Ο έρωτας δεν είναι ο Παράδεισος ο ίδιος (αν ήταν, δεν θα προκαλούσε αγωνία), αλλά η στιγμή που κάτι ή κάποιος μέσα στον Παράδεισο στρέφει επάνω μας το κιάλι του, υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο (Εν λευκώ, σελ. 262).
Το οξύμωρο του Παραδείσου ως κήπου όπου ο άνθρωπος χάνεται υπό το βλέμμα της ετερότητας, δηλαδή τείνει να απορροφηθεί μέσα στο Άλλο του Θεού, είναι αυτό μιας λυτρωτικής εκπλήρωσης που νοείται συνάμα ως απώλεια.
Η νοσταλγία για το Αδύνατον συγκρατεί το κλειδί του Παραδείσου ως ενέχυρο της δυναμικής της, ενώ συνάμα το πετάει μέσα στο πηγάδι του κόσμου. Και ο λεπτός κρότος του κλειδιού που πέφτει είναι εκείνο το Αχ! της επιθυμίας που πεθαίνει ενώ συνάμα κορυφώνεται." (Ευγένιος Αρανίτσης)
Ο ποιητής μάς δείχνει τον κήπο και τη θάλασσα μ' αυτόν τον πρωτοφανή τρόπο:
Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

"Τα γεμάτα φως κολλάζ του Ελύτη είναι αποκάλυψη όσων δεν βλέπουμε", λέει ο Αλέκος Φασιανός
Τα ενδιαφέροντα τα δικά μου για τη ζωγραφική υπήρχαν από πριν. Ήταν ανέκαθεν μεγάλα. Εγώ κολακεύομαι να πιστεύω ότι, αν δεν είχα γίνει ποιητής, θα μπορούσα να είμαι ένας καλός ζωγράφος, σημειώνει ο ποιητής.
Ο Ελύτης συγκροτεί εκείνη την υπέροχη λυρική εκδοχή, όπου το ζήτημα του βάθους των συγκινήσεων έγκειται στη διαθεσιμότητα του ανθρώπου να αιωρείται, κατά το κρίσιμο δευτερόλεπτο που οι μοίρες συνηχούν στον ορίζοντα μιας τρίτης διάστασης, προκαλώντας έτσι την ανάδυση της αμίλητης και πλήρους ωραιότητας.
Η ησυχία που αντηχεί σαν στεναγμός ή επιφώνημα ζωγραφισμένο στον αέρα είναι η ταυτότητα ενός μεγάλου ποιητή που προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για τη συμφιλίωση της Επιθυμίας με το Αδύνατον, όπως σημειώνει ο Ευγ. Αρανίτσης.
Και ανάποδα: για να αγαπήσουμε τη φύση μας σαν το Αδύνατον της Επιθυμίας της. Τι περισσότερο θα χρειαζόταν για να λήξουν οι πόλεμοι;
Γνώση, ισχυρίζονται οι αποκρυφιστές, είναι η άγνοια του Κακού.

Πώς να θεσπίσουμε τη νομιμότητα του Ανέλπιστου;
Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του Κόσμου, ένα λουλούδι που διαιρεί άνισα πλην σωστά το χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. (Εν λευκώ, σελ. 169)

Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα' να μ' έλεγαν τρελό
πως από 'να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

Τα καραβάκια, π.χ., στον Ελύτη, όχι μόνον δεν είναι χάρτινα όπως πιστεύουν οι νηπιαγωγοί, αλλά περιγράφονται συχνά σαν πελώρια αρχοντικά σπίτια που επιπλέουν μέσα σε κύματα λουλουδιών (Φωτόδεντρο), κάτι που συνδέεται ευρύτερα με το θέμα του κήπου-θάλασσα ως τεκμηρίου της ενότητας των αντιθέτων.
Ο ναύτης, στα ξάρτια, δουλεύει τώρα, και πάντα, σαν κηπουρός· και ανάποδα: τέντες και κουρτίνες πλαταγίζουν στον αέρα σαν τα πανιά μιας κορβέτας που εκτελεί υποστροφή: είναι Αύγουστος στις Κυκλάδες.

Η έλξη για το Ελάχιστο - το Μέγα...
Ο Βιβάλντι εμπνεύστηκε την ιδέα ενός κονσέρτου για φλάουτο απ' το τραγούδι μιας καρδερίνας· κάτι παρεμφερές συνέβη με τον Ελύτη και την έννοια του Ελάχιστου.
Πρόκειται για την ικανότητα να μεταβάλλεις τα ελάχιστα σε θησαυρούς, χάρη στον τρόπο που τα χειρίζεσαι, και που το μεγάλο της αντίκρισμα είναι η αθωότητα. (Εν λευκώ, σελ. 70)
Το Ελάχιστο δεν είναι ένα αντικείμενο παρά μόνον με την έννοια του σκοτεινού-φωτεινού Πράγματος που υποκινεί την επιθυμία.
Πολύ δεν θέλει ο κόσμος. Ενα κάτι Ελάχιστο.
Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα
όμως ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το Ελάχιστο είναι μια ευχή, μια συμπτωματική επιθυμία, ο συριγμός απ' την πτώση ενός άστρου. Επιπλέον, όπως έδειξα στα προηγούμενα, το Ελάχιστο ενδέχεται να παρεμβαίνει σαν ένα οξύμωρο, ένας ιριδισμός κατάφασης/άρνησης, ένα αντικείμενο του πόθου που, κατ' ουσίαν, προτιμάς να στερηθείς ώστε ο ίδιος ο πόθος να μακροημερεύει.
Έτσι για να 'χω ζήσει αντίθετα στα ερχόμενα
και να μην έχω λάβει τίποτα ευτυχώς.
Το Ελάχιστο γίνεται οδηγός-άγγελος για την έλξη της προσοχής, κάτι σαν μικρός Ερμής που σε οδηγεί στον Αδη των λέξεων, εκεί όπου φυλάσσονται τα «πρωτότυπα» (τα σημαινόμενα, θα λέγαμε).
Επειδή το πολύ σπαταλιέται και συσσωρεύεται σε τόσο μεγάλες ποσότητες, που καταντά ν' αποκλείει κάθε προσέγγιση προς το ουσιώδες, ενώ το Ελάχιστο γίνεται η έμπρακτη θεολογία του ψιχίου, του τιποτένιου και συνάμα ανεκτίμητου, του οποίου τετριμμένα ελυτικά σύμβολα είναι η νεροσταγόνα και η αναλαμπή - Μια λάμψη ο άνθρωπος, κι αν είδες, είδες... - το διαμάντι και ο ήχος της καμπάνας (συναντιούνται εξάλλου και τα τέσσερα στη διδασκαλία των βουδιστών).
Παρέλειψα "το δάκρυ, το πιο ιερό πράγμα" (Εν λευκώ, σελ. 394).

Και η παλαιότερη (από τις... σωζόμενες!;)

Powered by Blogger

SYNC BLOGS