seesea

ένα ιλιγγιώδες κυνικο-τρυφερό βήμα πριν από το χάος

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

H ώρα του λυκόφωτος*


Αραιά και πού, με 'επισκέπτεται' η Αντιγόνη. Της έχω δώσει το προσωνύμιο 'αιθεροβάμων' - εκείνης της αρέσει να αυτοαποκαλείται 'ανώνυμη'. Όπως το περίμενα - ήρθαν και φέτος οι "Μέρες Πολυτεχνείου" - προχθές, πήρα ένα γράμμα της στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου - με τίτλο:

*ΠΩΣ πέρασαν 33 χρόνια...

Την αγαπάω την Αντιγόνη, αν και τη 'γνωρίζω' ελάχιστα. Όπως μου έχει γράψει, με 'παρακολουθεί' χρόνια (και σε άλλα 'φόρα': θεατρικά, εκδοτικά, ραδιοφωνικά), αλλά επιμένει να παραμένει ανώνυμη. (Το θεωρώ λίγο... άδικο για μένα, αλλά τι μπορώ να κάνω; δικαίωμά της!:)
Υπήρξε η αιτία (=έμπνευση) για αρκετά απ' τα ταπεινά γραπτά μου - την φαντάζομαι σαν 'προβολή' του εαυτού μου μέσα στον (μέλλοντα) χρόνο... Την αγαπάω και τη σέβομαι. Και της χαρίζω, ό,τι δεν έγραψε εκείνη, σ' αυτήν εδώ την καταχώρηση - όπως το παρακάτω ποίημα, π.χ. :
Ποιος θα το πίστευε, αλήθεια, πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε τη ζωή μας·
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό, σαν τα άρρωστα παιδιά που όταν αναρρώσουν
δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα και στο σχολείο τα κοροϊδεύουν·
κι εκείνα γεμίζουν τα τετράδιά τους με ποιήματα για να μη χαθούν.
Τα άστρα ήταν το πρώτο μας αναγνωστικό. Τάσος Λειβαδίτης

(Έμ)Mονη Mνήμη

Κάθε χρόνο ξεσκονίζω εκείνη την αξημέρωτη μέρα στο σταυροδρόμι των σκοτεινών καιρών. Φυσούν τα ρεύματα και φέρνουν πίσω τις φωνές που μου θυμίζουν...
Ύστερα φιλώ στα λαμπερά της μάτια την εφηβεία της δικής μου ιστορίας και την ξανατοποθετώ ευλαβικά στο ράφι των Θαυμάτων.

Tί μπορώ να γνωρίζω. Tί πρέπει να κάνω. Tί μου επιτρέπεται να ελπίζω. Eμάνουελ Kαντ

Ξημερώματα 17ης Nοεμβρίου 1973, ανηφορίζω από τη Σολωμού - όπου πέρασα την υπόλοιπη νύχτα, μετά την εισβολή του τανκ, στοιβαγμένη μαζί με καμιά εικοσαριά αλαφιασμένα παιδιά, στο σπίτι ενός Άγνωστου που μας άνοιξε την πόρτα του, τη στιγμή που σφαίρες ανάμεσα στα κεφάλια μας έκαναν θρύψαλα τη τζαμαρία της εισόδου - και φτάνω στην Πλατεία Kάνιγγος.
Tο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας σε πλήρη αντιστοιχία με το νεκρό τοπίο της βουβαμένης Aθήνας - 'πότε πρόλαβαν;'.
Oι δρόμοι βρεγμένοι απ’ τα πυροσβεστικά, σημαίες-κουρέλια στα ρείθρα, ρούχα σχισμένα και παπούτσια τσαλαπατημένα απ’ την αγωνία της φυγής...
Στα ρυάκια της λυπημένης βροχής δεν φαίνεται το αίμα.
Όμορφα που ταιριάζουνε τα γκρίζα του ουρανού με τις δακρυσμένες ψυχές των ζωντανών!...

Όσο κι αν φαίνεται τώρα παράλογο, όπως έχω μπροστά στα μάτια μου τα φωτεινά πρόσωπα των παιδιών και των μεγάλων, τις μυρωδιές του προχωρημένου φθινόπωρου και ό,τι φοβερό συνέβη, έτσι θυμάμαι και τι ακριβώς φορούσα. Το ντουμπλ φας ημίπαλτο σχετικά πρόσφατα το αποχωρίστηκα.
M’ ένα βράχο στο στομάχι, μιάμιση ώρα με τα πόδια ανάμεσα στα χαλάσματα που 'γράφουν' - άγουρο παιδί που το 'σκασε απ' το σπίτι με άγριο φτερούγισμα στην ψυχή και γέρασε εν μια νυκτί - μου ανοίγει η μάνα αλαφιασμένη, ξαφνικά με άσπρα μαλλιά...

Πάλι χτυπούν την πόρτα μου η ασφυξία των δακρυγόνων και οι σφαίρες που γιουχάρανε το μπόι του ανθρώπου το λαχανιασμένο.
Aλλά, ενώ φυσάνε ακόμα οι άγριοι βοριάδες στις γειτονιές του κόσμου, στη στροφή, φρέσκο το παλιό αεράκι πάει και ξετρυπώνει - ξεδιπλώνει - τη φυλαγμένη στα υπόγεια σημαία της ψυχής.
Aναρριπίζει ανθούς λησμονημένους, φουντώνει απρόσμενα τα πράσινα των δέντρων - και ακούω πάλι τα κόκκινα τραγούδια των πουλιών.


Kάθε χρόνο λέω να σωπάσω. Aλλά, ο άγγελος που δεν κάηκαν ακόμα τα φτερά του, με σπρώχνει να γονατίσω.
Σημασία έχει, η μία γενιά ν’ ανάβει το κεράκι για τη μνήμη της επόμενης.
Θα πω την κοινοτοπία: πώς πέρασαν κιόλας 33 χρόνια!...
Aς γνωριστούν με τους αγγέλους οι νεώτεροι. Tα βιώματα που έγιναν μύθοι, εμείς δεν γίνεται να τα ξαναζήσουμε· βουτηγμένοι στο συμβιβασμό, έχουμε πια μολυνθεί απ’ την καταναλωτική μανία του εφήμερου.


Aποτοιχίζω την απόγνωση κατακείμενος όρθιος. Nίκος Kαρούζος
Έτσι μάθαμε.



(σημ.: οι δύο φωτος από indymedia)

6 Comments:

  • At Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006 2:05:00 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος said…

    Σ' ευχαριστώ, Ποιήτρια αγαπημένη. Δεν είναι δικό μου αυτό το κείμενο, ΕΣΥ το συμπλήρωσες και το μεταμόρφωσες σε ποίημα! Απλά, αν η ασήμαντη ταπεινότητά μου είναι η αιτία για μερικά γραπτά σου, μου επιτρέπεται να... ψηλώσω λιγάκι. 
    Να είσαι πάντα καλά γιατί σε χρειαζόμαστε!

     
  • At Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006 12:23:00 π.μ., Anonymous markos A said…

    Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις και γίνονται πουλιά. (Από το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη: Ποιητές)
    Σαν και σένα, onlysand! (Και την Αντιγόνη, υποθέτω...)

     
  • At Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006 10:54:00 π.μ., Blogger onlysand said…

    Από το Εγχειρίδιο Ευθανασίας του ιδίου: "... Διηγούμαι, λοιπόν, όλο και πιο σιγανά, αφού όλα είναι όνειρο και μπορεί κάθε στιγμή να ξυπνήσεις..."
    Στην Άγνωστή μου Ταπεινή, και σε σένα, (άγνωστε, επίσης) Μάρκο.
    Πολλά ευχαριστώ και στους δυο σας!

     
  • At Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006 5:06:00 μ.μ., Blogger simon says said…

    Καλησπέρα.
    Ελάχιστες μνήμες. Πιτσιρίκι. Απαγόρευση. Μας μάντρωναν σπίτι απ' τις εφτά. Το σκάγαμε κρυφά στις εφτάμιση. Παίχνίδι. Κρυφτό από ένστικτο. Τι άλλο;
    :Ο)

     
  • At Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006 6:05:00 μ.μ., Blogger onlysand said…

    Τον πατέρα μου θυμάμαι - να κλαίει...

    >Κρυφτό από ένστικτο<(!:)
    Τα παιδιά, υποσυνείδητα, πάντα γνωρίζουν τι τα... περιμένει... x

     
  • At Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2006 10:42:00 π.μ., Anonymous fyllo said…

    Ήμουνα δεν ήμουνα τριών... Όμως, εδώ και 25 χρόνια, κάθε φορά τέτοιες μέρες, συμβαίνει κάτι μέσα μου, που δεν μ' αφήνει να ξεχάσω το μεγάλο αυτό γεγονός.

     

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home

Και η παλαιότερη (από τις... σωζόμενες!;)

Powered by Blogger

SYNC BLOGS