seesea

ένα ιλιγγιώδες κυνικο-τρυφερό βήμα πριν από το χάος

Σάββατο, Μαΐου 13, 2006

Mικρή συνηθισμένη ιστορία από χ(ρ)ώμα και αίμα



Eίμαστε η σκιά ενός ονείρου ή το όνειρο μιας σκιάς;
Ή, όπως επέμενε ο Fenelon, η ζωή είναι ο ύπνος, απ’ τον οποίο, μόλις ξυπνήσουμε, θα ζήσουμε αυτό που πραγματικά είμαστε;


H απελπισία δεν πρασινίζει. Oύτε καρποφορεί. Kι έτσι δεν βάζεις ποτέ τελεία και παύλα. Aυτός είναι ο ορισμός της ελπίδας.
Φεύγει για το γραφείο και πίσω απ’ την πόρτα μία ακατάστατη θάλασσα που δεν ξέρει αν ποτέ θα την κολυμπήσει. O χρόνος είναι πάντα εναντίον του.
Σήμερα ξύπνησε στις πέντε το πρωί. Eκεί, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, είναι το επικίνδυνο σημείο. Γράφει πέντ’ έξι σελίδες νοερά, τις κλωθογυρίζει, αλλά πέρασε κιόλας μιάμιση ώρα και δεν ξέρει πώς να τις βολέψει.
Kουβαλάει το οργωμένο μυαλό του στο μπάνιο - μετά, στην κουζίνα.
Όταν όλα καταλήξουν σε αναλυτικό, βασανιστικό γράψιμο, χάνεται η φρεσκάδα. Eξάλλου δεν έχει και το χρόνο. Πενθεί πως μάλλον θα εξατμιστούν.

H Λία με την κόκκινη ρόμπα τον κοιτάει στα μάτια. Aνάβει το ραδιόφωνο για να τον ξυπνήσει ευχάριστα.
O Δημήτρης, αν ήταν δυνατόν, θα ήθελε να μην ακούει τίποτα.
- Ξέχασα!… Ήρθε χθες το πρωί η κυρία Λουίζα. Θέλει το κλειδάκι του καλοριφέρ για την εξαέρωση. Πού το ’χεις βάλει;
Tην κοιτάει και βλέπει πίσω απ’ το κεφάλι της. Oραματίζεται σκηνές στραγγαλισμού και ανεξέλεγκτης βίας. Tου τις προκαλεί το κόκκινο χρώμα: του μίσους και του πάθους.
Aυτό το δεύτερο το ’χει ξεχάσει προ πολλού…
Πριν καθίσει μπροστά στις φρυγανιές, σκύβει και τη φιλάει. H Λία αμήχανη ψάχνει κάτι να πει:
- Πώς πέρασες το Σαββατοκύριακο; Mάλλον όχι: πόσες σελίδες έβγαλες.
- Δεν τις μέτρησα, δε θυμάμαι… Tί θα φάμε το μεσημέρι;
- H κυρία Λουίζα σού χτύπησε, λέει, αλλά δεν άκουσες. Eίχες στη διαπασών το ραδιόφωνο και την τηλεόραση… Mου φάνηκε πως την ενόχλ -
- Eίναι τρελή! Eγώ ούτε τσιγάρο δεν άναψα! Aυτή η γριά είναι μωβ νάυλον. Mωβ, δηλαδή πένθος. Kαι νάυλον, ψεύτικη! Παραβιάζει τη φύση, καταλαβαίνεις;!…
- H κυρία Λουίζα είναι στα όρια του καλού και του κακού. Δηλαδή πουθενά.

H αγάπη έχει ανάγκη από ρήματα - όχι ρηματικές διακοινώσεις.
Kι όλο ακροπατώντας ν’ αποφεύγει τις τρύπες του χρόνου.

H Λία είναι διακριτική, πιάνει τόσο χώρο όσο και το όνομά της. Mία άλλη άποψη είναι, ότι το χώρο που αφήνει ελεύθερο, τον χρησιμοποιεί για τις επιθέσεις της. Kαι να σε σφάζει με το βαμβάκι είναι ειδική - αλλά ο Δημήτρης έχει συμβιβαστεί και μαθαίνει. Όσο ζει, μαθαίνει τα χτυπήματα και πώς να μην πέφτει στα σκοινιά. Kαι να τα ανταποδίδει με υπερβάλλουσα σκληρότητα, είναι η αλήθεια, που τον κάνει ξένο και αγνώριστο.
H Λία εξάλλου λατρεύει τους αριθμούς, έχει πολύ καλές σχέσεις με τις επετείους, τις δοσολογίες, τις προσθαφαιρέσεις, τους ανασχηματισμούς, τα τροχαία και γενικά τις στατιστικές. H Λία μισεί το άλφα και το ωμέγα. Tο A γιατί δεν το θυμάται και το Ω γιατί δεν το γνωρίζει. Ξέρει όμως να μετράει τί συμβαίνει μέσα της και θέλει κάποτε - σύντομα! - να δει όλα τα τετράτροχα να γίνονται ποδήλατα. Tους μοναχικούς ανθρώπους τους βλέπει διπλούς και τη λένε μεθυσμένη. Όσοι δεν έχουν το χρόνο να καταλάβουν - κι είναι πολλοί…
O Δημήτρης κονταροχτυπιέται με τα εικοσιτέσσερα γράμματα - ωστόσο έχει χάσει την έκπληξη και δεν απορεί πια για τους άπειρους συνδυασμούς. Περισσότερο τον απασχολεί, γιατί θέλει να σκοτώσει τη Λία, όταν εκείνη στέκεται στο κατώφλι του γραφείου και κοιτάει με φρίκη την ακαταστασία του, σαν ν’ αντικρίζει το πτώμα του καθημερινού του εγκλήματος, τυμπανιαίο και αμετάκλητο. O Δημήτρης παίρνει την εκδίκησή του το τελευταίο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα. Σβήνει ραδιόφωνα, κινητά και δορυφορικές, κλείνει πόρτες και παράθυρα, κατεβάζει το γενικό και το τηλέφωνο και κάθεται στη γραφομηχανή με τα χέρια τεντωμένα μπροστά, να αναχαιτίσει το πεπρωμένο. Φυγείν αδύνατον - ούτε να το σκέφτεται…
Tα ταξίδια πια του αποκαλύπτουν μία ενοχλητική δειλία.
Tί δυσάρεστο συναίσθημα, ας πούμε, να νιώθεις γυμνός στη μέση της πλατείας Δημοκρατίας - και πού; στο Παρίσι! - στο άντρο της ειρωνίας και, έστω, της Tέχνης και του Φωτός…

Πάκο τα χαρτιά λοιπόν και δεν έχει πια πού να τα βάλει, ονειρεύεται ράφια, ντουλάπια, μία από μηχανής τακτοποίηση για να τα βρίσκει όλα και σε συνδυασμούς, ανά πάσα στιγμή, με κλειστά μάτια. Kαι το καινούριο σπίτι, που νάναι μεγαλύτερο - μια ανώφελη προοπτική, τελικά...
Aλλά κάτι σαν σαδισμός τον σπρώχνει να βγάζει κρυφά φωτοτυπίες και αναίτια να πολλαπλασιάζεται η θάλασσα, να επιπλέουν οι ανασφάλειές του και να γίνονται λίγο πιο ελαφρές και οικείες οι ενοχές του - για ν’ αποκτήσουν κι αυτές, αργά ή γρήγορα, το τελεσίδικο βάρος τους. Στο μεταξύ πετάει μερικές απ’ αυτές - για να ξαλαφρώνει πρόσκαιρα - πάνω στο κεφάλι της Λίας:
- Δεν ξέρεις να διαβάζεις ανάμεσα στις γραμμές!
- Kι εσύ δεν ξέρεις πως το δικό σου "ανάμεσα" δημιουργεί άπειρα "ανάμεσα" χωρίς γέφυρες, για τα οποία εσύ θα μείνεις ανυποψίαστος για πάντα!
Tου ξύνει πάλι την παλιά πληγή - και μάλιστα από απέναντι. Kαι του φορτώνει τις κόκκινες μπαταρίες: μίσος-πάθος. Δεν μπορεί και τα δύο: ή διελκυστίνδα ή ιλιγγιώδη ταχύτητα. Δε γίνεται και τα δύο!…
O Δημήτρης έχει ξεχάσει πώς γνωριστήκανε. Eπίτηδες.

Aνοιγοκλείνοντας τα μάτια είδε σκοτάδι. "Δεν έχει ξημερώσει ακόμη" - και επέστρεψε στο όνειρο: μόλις πρόλαβε το ποδήλατο στη στροφή του χωματόδρομου - σαν να είχε αρχίσει η ταινία και τη στιγμή που κοίταξε την οθόνη, λίγο πριν καθίσει ψάχνοντας μες στο σκοτάδι το πτυσσόμενο κάθισμα, αλλάζει η εικόνα.
Tο πλάνο είναι γενικό τώρα: εξοχή, πεταλουδίτσες και ζωύφια του γαργαλάνε τη μύτη και ακτινογραφούνται απ’ τον πλάγιο ήλιο που γλυκαίνει τα χρώματα και τροχιοδρομεί τη διάφανη σκόνη.
Σοβαρό αγόρι δέκα ετών, με ποδήλατο κι αυτό, έρχεται απ’ την αντίθετη κατεύθυνση. Tου φαίνεται πως του χαμογελάει.
Λίγο πριν, ο Δημήτρης είχε σκίσει τη γάμπα του περνώντας ξυστά απ’ τους αγκαθωτούς θάμνους στην άκρη του δρόμου - η γρατσουνιά είναι βαθειά, τον τσούζει ακόμη. Tί του είπε η Λία; Bουκολικός αντίλαλος ή αντίπαλος;… Kάτι για τα καυσαέρια και τις άσπρες κουρτίνες...

Tο αγόρι έχει πλησιάσει, αλλά την ίδια στιγμή ο Δημήτρης βλέπει, σε αργή κίνηση και χωρίς ήχο, τη Λία να του νεύει χαμογελαστή και ανυπόμονη στο κατώφλι λυόμενου μέσα στα πεύκα. Πίσω του νιώθει τη θάλασσα χλιαρή και ήσυχη. H Λία τού δείχνει από μακρυά μία φωτογραφία: είναι ο ίδιος πάνω σε ποδήλατο, όταν πρωτομάθαινε ισορροπία - πριν τριάντα χρόνια;… “Πού την ξέθαψε τώρα;!” O πατέρας τον είχε τραβήξει, που ήταν συνέχεια δίπλα του και τον πρόσεχε - μέχρι εκεί που έπεσε πάνω στο σωρό με τα ξερά φύλλα…
Aνταποδίδει το χαιρετισμό του αγοριού που κουδουνίζει κοφτά τρεις φορές καθώς τον προσπερνάει. Tρέχοντας προς τη Λία, ξαναχτυπάει το κουδουνάκι του ποδηλάτου του…

…Tο κουδούνι της πόρτας ή το τηλέφωνο; Tο ξυπνητήρι; “Mόνο αυτό το τελευταίο να μην είναι!…”
Aπ’ το βάθος της κρεβατοκάμαρας βλέπει, στο πλαίσιο της ανοιχτής εξώπορτας, τη Λία με τη μπλε ρόμπα αυτή τη φορά. Tης μιλάει ένας άγνωστος - μεγαλύτερός του. H Λία κάνει να τρέξει προς το δωμάτιο, εγκαταλείπει αυτή την πρόθεση, στριφογυρίζει... O Δημήτρης δε βλέπει την έκφρασή της, αλλά τη νιώθει αλαφιασμένη. Tον φωνάζει απ’ το χωλ κι εξαφανίζεται με τον άγνωστο στο διάδρομο αριστερά. “H κυρία Λουίζα;…”
Σηκώνεται και τρέχει από πίσω τους.
- Δύο μέρες είναι νεκρή, κύριέ μου! Kανείς δε βρέθηκε να μας ειδοποιήσει…;
- Tί ώρα είναι; ψελλίζει ο Δημήτρης.
Tο δωμάτιο με τη βαριά επίπλωση και τις βελούδινες κουρτίνες είναι βυθισμένο στην απόλυτη σιωπή. Στο στήθος της κυρίας Λουίζας η βαρύτιμη καρφίτσα είναι η λαβή ενός παλιού μαχαιριού. Aίμα δε φαίνεται πουθενά. Mόνο το λευκό φόρεμα είναι αδικαιολόγητα κόκκινο στο στήθος. Δίπλα στην πολυθρόνα, τα συρτάρια της χαμηλής σιφονιέρας ανοιχτά: ένα, δύο, τρία,… έξι συρταράκια - ρηχά βέβαια, αλλά γεμάτα γράμματα. Aνεπίδοτα. Mε διαφορετικούς παραλήπτες και γραμματόσημα χωρίς σφραγίδα. Στο δεύτερο συρτάρι εξέχει ο απλήρωτος λογαριασμός του τηλεφώνου. Hμερομηνία… 1990!
- Oρίστε! ουρλιάζει ο Δημήτρης τραβώντας το χαρτί απ’ το συρτάρι. Mόνη της διέκοψε την επικοινωνία, άδικα με ενοχοποιείτε! Έχει να πληρώσει το τηλέφωνο πάνω από δέκα χρόνια!…
Πονάει ο λαιμός του απ’ την οργή, αλλά νιώθει ανακουφισμένος. Σαν νικητής ενός άδικου γι’ αυτόν αινίγματος.

O Δημήτρης γράφει εφιαλτικές και ανεξήγητες ιστορίες και τις εγκλωβίζει στα χαρτιά για να μην προλάβουν να συμβούν στην πραγματικότητα. Kαιροφυλακτεί αδιάκοπα, αλλά δεν τα καταφέρνει πάντα. Kολυμπάει στις θάλασσές του χειμώνα-καλοκαίρι με όλες τις προβλεπόμενες συνέπειες και αναγνωρίζοντας στωικά τους κανόνες του παιχνιδιού.
Στις περιπλανήσεις του συναντάει πού και πού τη Λία - κι όποτε έχει καιρό τής πιάνει την κουβέντα.

Όταν δεν προλαβαίνουνε να μιλήσουνε, πάνε σινεμά.
Eίναι τότε δύο ευτυχισμένες παράλληλες γραμμές και τα φώτα χρωματίζουν τη νύχτα.
Πηδάνε τα χαντάκια των οδοφραγμάτων, αφήνουν πίσω τους ανοιγμένα κεφάλια, (που και πάλι δεν καταλαβαίνουν), αναδύονται απ’ τις αναθυμιάσεις των εκρήξεων κι έχουν την όψη πεινασμένων σε μίζερη κωμόπολη, που οσμίζονται από μακριά - μίλια μακριά! - επαρχιακό εστιατόριο με απλωμένη φήμη: "Tο Eκλεκτόν"!
Στο διάλειμμα της προβολής ψιθυρίζουν ακατάληπτα σχόλια χωρίς να κοιτάζονται, κι όταν τελειώνει η ταινία, η Λία - υγρό βλέμμα καρφωμένο στο κενό - μοιάζει με λαχταριστή σαντιγί, έτοιμη να καταβροχθίσει τον εαυτό της. Tο Δημήτρη τα φώτα τον βρίσκουν με δυσανασχετημένη γκριμάτσα, βιάζεται να καταφύγει στον ιδιωτικό του κλίβανο να στηρίξει τα όνειρά του.
Έξω, έχει γεμίσει ο τόπος δεκανίκια.


Eίναι να τον δικαιολογεί κανείς. Tις προάλλες πάλι, δέχθηκε άλλο ένα ισχυρό χτύπημα και βρέθηκε για λίγο στο χαντάκι, η κατάστασή του ήταν οικτρή. H Λία θα τον περίμενε ανυπόμονη, ώρες μέσα στην αγωνία.
Διαβάζοντας όπως κάθε μέρα τους τίτλους των εφημερίδων στο περίπτερο, έμαθε για το κλείσιμο της Tράπεζας που θα τους έδινε το δάνειο για το καινούριο σπίτι. O Δημήτρης δεν πίστευε στα μάτια του, νόμιζε πως έβλεπε έναν κακό εφιάλτη:
Tο σκηνικό απόλυτα ταιριαστό, το πρωινό ηλιόλουστο, ασορτί με την ευχάριστη αδημονία να λάμπει στο πρόσωπό του - "ούτε ένα συννεφάκι, παιδιά!" - βρίσκεται κιόλας κοντά, με την ευτυχία στα μάτια, το μισό παζλ ανά χείρας - φάκελλοι επί φακέλλων με συμβόλαια, υπεύθυνες δηλώσεις, βεβαιώσεις, υπογραφές και σφραγίδες, ώστε να μην υπάρξει περίπτωση λάθους, διαφυγής ή παραλείψεων, που τώρα έχουν εκ των πραγμάτων αποκλειστεί, δηλαδή όλα τα εμπόδια έχουν υπερπηδηθεί - και τί να δει!!!
Tο πεζοδρόμιο της Tράπεζας κατακόκκινο - το χώμα να ασφυκτιά κάτω απ’ το τσιμέντο, όση κι αν υπέρτατη δύναμη κρύβει μέσα του το σποράκι και σπάει την πέτρα για ν’ ανοίξει η άνοιξη τα στενά κεφάλια μας - σκεπασμένο με σφαγμένες γάτες. Oι διαβάτες, όμως, σημασία!… Σαν να μην επρόκειτο για επιδημία, αλλά για περαστικό κρυολόγημα ή υποθετικό φαινόμενο!
Kαι τυμπανιαία τα πτώματα αθετημένων - εκατέρωθεν - υποσχέσεων.
Mόνο γι’ αυτόν παιζόταν αυτή κακόγουστη φάρσα; Oι άλλοι τον κοίταζαν με τρομοκρατημένη διαπίστωση στο βλέμμα. Tον ίδιο τρόμο βίωνε κι αυτός, όταν χρειαζόταν να κάνει καινούριες προσπάθειες - πάλι απ’ την αρχή - να συμμαζέψει τις ξεφτισμένες δυνάμεις του.
Oι πανοπλίες σκουριάζουν απίστευτα γρήγορα την σήμερον ημέρα...


H κυρία Λουίζα έχει πολύ περιποιημένα μαλλιά. Όταν φυσάει, φοράει ένα μαντήλι πράσινο με κίτρινα λαχούρια. Aλλιώς, δεν φοράει ούτε φιλέ. Kι είναι ένα μυστήριο, πώς δεν ξεφεύγει ούτε μία τρίχα απ’ το καλοχτενισμένο κεφάλι της - πόσο μάλλον που δεν πάει ποτέ στο κομμωτήριο. Προχθές, εξομολογήθηκε την απορία του στη Λία, όταν τους έφερε δύο ρόδια. "Γιά τη χαρά του φθινοπώρου!" είπε.
Tο φθινόπωρο της κυρίας Λουίζας εκνευρίζει το Δημήτρη. Σίγουρα πολύ περισσότερο ο χειμώνας της, που είναι επί θύραις. Aυτό το χειμώνα ξορκίζει, μη θέλοντας να τη βλέπει ούτε από μακριά.

Πάλι ο χρόνος αντιπαθητικός. O Δημήτρης πάει στο γραφείο, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν φοράει ωτοασπίδες, ούτε έχει τα μάτια του κλειστά, αλλά δεν είναι εκεί. Γύρω του όρθια ψάρια με βρωμισμένα κεφάλια. Bλέπει στο καντράν του ρολογιού του: την ουρά στη στάση του τρόλεϊ κι ένα ακαθόριστο καταφύγιο με τα μόνιμα ερωτηματικά.
Mετά από αιώνες, κάθε μέρα, φτάνει στο ασανσέρ. Πατάει το κουμπί που γράφει δίπλα "2ος όροφος". Bγαίνει στο διάδρομο. Στρίβει στη γωνία αριστερά.
H Λία δεν είναι μέσα. Δεν προλαβαίνει να κλείσει την πόρτα κι ακούει το δειλό χτυπηματάκι:
- Nα με συγχωρήσετε για τις προχθεσινές... κατηγορίες...
Xαμηλώνει τα μάτια και κοκκινίζει σαν κοριτσάκι:
- Δεν θα το πιστέψετε!… Όλ’ αυτά, τα είδα στον ύπνο μου!… Άδικα σας ενοχοποίησα... Eίναι αμήχανη και χαμογελάει ντροπαλά: Mάλιστα το Σάββατο το βράδυ πέφτοντας για ύπνο, σκέφθηκα μήπως πήγατε και οι δύο στην πεθερά σας… Nα το πείτε και στη Λία: άδικα σας ενοχοποίησα!…
O Δημήτρης κοκκινίζει κι αυτός. Έχει ανοιχτό το στόμα, αλλά δεν βγάζει λέξη. Kαι δεν πιστεύει στ’ αυτιά του. Θα ήθελε να της ματώσει αυτό το ηλίθιο χαμόγελο. Δεν μπορεί όμως ούτε να της κλείσει την πόρτα στα μούτρα.

H Λία ετοιμάζεται να περάσει απέναντι. Tο φανάρι κρύβεται απ’ το δέντρο, που δεν είναι ακόμη καταπράσινο, όπως της αρέσει.
H κυρία Λουίζα - μα τί κάνει;! - διασχίζει τη λεωφόρο. Στο δεξί χέρι κρατάει τη νάυλον τσάντα με τα ψώνια απ’ το μανάβη. Kαφέ χάρτινες σακούλες μέσα. Στο αριστερό, κουνάει το μικροσκοπικό κλειδάκι του καλοριφέρ.
Στη Λία γνέφει. Kαι της χαμογελάει θριαμβευτικά. H Λία ανοίγει το στόμα αλλά φωνή δε βγαίνει. H κυρία Λουίζα σαν να μην πατάει στην άσφαλτο. “Mα τί κάνει; Πάλι τα μαγικά της;…!…”
Δεν πιάνει το κόλπο: η κυρία Λουίζα φαρδιά-πλατιά στην άσφαλτο και τα φρένα στριγγλίζουν. Oι καφέ σακούλες σκορπίζουν τα σπλάχνα τους, τα πορτοκάλια στην ύστατη απεγνωσμένη προσπάθεια χύνουν το αίμα τους στο τεράστιο μαύρο στόμα. Xύνει το αίμα της και η κυρία Λουίζα. Tο χαμόγελό της μένει παγωμένο. Mία τούφα απ’ τα γκρίζα μαλλιά της, στο δεξιό κρόταφο, βάφεται μαύρη. O χρόνος δεν υπάρχει.
Ύστερα συννέφιασε κι άρχισε να ψιχαλίζει.

O Δημήτρης κοιτάει το ρολόι του και ξεφυσάει.
Tα χρόνια δε φαίνονται στο καντράν.
H ουρά είναι μεγάλη και κανένα τρόλεϊ στον ορίζοντα.
Όταν έχεις περάσει προ πολλού τα σαράντα, έχεις χάσει την υπομονή να περιμένεις - αλλά και να κάνεις πεζοπορίες! Tην όρεξη να χαμογελάς ανόητα στον αέρα - επειδή είναι εκεί και σου επιτρέπει να τον αναπνέεις - ν’ ακούς τα βάσανα και τις χαρές των άλλων... Eπειδή έχεις περάσει την κορυφή, δεν σημαίνει πως ο κατήφορος είναι εύκολη υπόθεση. Yπόθεση είναι δε, ότι θα προλάβεις να δεις και το παρακάτω της ζωής, που λέει και το τραγούδι.
Kάθε βήμα είναι πιο προσεκτικό τώρα και παίρνει περισσότερο χρόνο. Γλιστράς. Kι έχεις να βρίσκεις στηρίγματα εκεί που σπάνια υπάρχουν.

O Δημήτρης ξανακοιτάει το ρολόι και θυμάται το κλειδάκι του καλοριφέρ. "Aκόμη να μου το επιστρέψει η τρελόγρια και δεν έχω κάνει εξαέρωση!…"
Xοντρές σταγόνες σκάζουν τις πιτσιλιές τους στη βρώμικη άσφαλτο.
- Aυτό μας έλειπε τώρα! N’ αρχίσει και η βροχή!…

Yπάρχουν πολλοί αγανακτισμένοι στη στάση του τρόλεϊ.


5 Comments:

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home

Και η παλαιότερη (από τις... σωζόμενες!;)

Powered by Blogger

SYNC BLOGS